«…a political psychoanalysis of our time»

Στο Φεστιβάλ Αθηνών 2016 φιλοξενήθηκε η παράσταση The Dark Ages σε σκηνοθεσία του Milo Rau (Σκηνή Rex/Κοτοπούλη, 25 – 26/7/2016). Όπως πληροφορεί το σημείωμα στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ, η παράσταση αποτελεί «το δεύτερο μέρος της ευρωπαϊκής τριλογίας για τον πόλεμο» (The Civil Wars ήταν το πρώτο).

Ο Milo Rau είναι γνώριμος στο αθηναϊκό κοινό από την προβολή της ταινίας του The Last Days of the Ceauşescus τον Μάρτιο του 2014 με θέμα την πτώση και δολοφονία του ζεύγους Τσαουσέσκου, την εξέγερση ενός λαού εναντίον των τυράννων του και τη διάψευση από την επόμενη ηγεσία. Είναι επίσης γνωστός από την παράστασή του Hate Radio τον Μάιο του 2015, με θέμα τη γενοκτονία των Τούτσι και Χούτου στη Ρουάντα. Και οι δύο δουλειές παρουσιάστηκαν στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.

Ο Milo Rau έχει υπηρετήσει σε πολλές του δουλειές το είδος του documentary theatre, που κινείται μεταξύ της επικαιρότητας, της πολιτικής, της Ιστορίας και της καλλιτεχνικής πράξης. Ιδρυτής του International Institute of Political Murder (IIPM) έχει παρουσιάσει, για παράδειγμα, παράσταση δομημένη πάνω στις δηλώσεις υπεράσπισης του Μπρέιβικ για τις δολοφονίες στην Ουτόγια (Breivik’s Statement), συνέδριο, παράσταση, έκθεση, ταινία και βιβλίο για τις δίκες καλλιτεχνών στη Ρωσία στο καθεστώς Πούτιν (The Moscow Trials), παράσταση με παιδιά με θέμα τα εγκλήματα του Μαρκ Ντιτρού (Five Easy Pieces), παράσταση για το προσφυγικό κύμα προς την Ευρώπη (Compassion. The History of the Machine Gun) κ.ά. Ο ίδιος ορίζει ως πολιτικό το θέατρό του.

DarkAges_07_Foto_Dashuber

Η συνθήκη-σκηνογραφία της συγκεκριμένης παράστασης ήταν το γραφείο του Βόσνιου, καρέκλες, τραπέζι σαλονιού και μίνι βεστιάριο. Ένας χώρος-καταφύγιο φιλοξενίας για εκείνους που θα μιλήσουν για το προσωπικό τους τραύμα και το τραύμα της χώρας τους. Μπροστά από μια βιντεοκάμερα συνδεδεμένη με μια μεγάλη οθόνη κάθησαν διαδοχικά όλοι οι ηθοποιοί της παράστασης, με καταγωγή από τη Βοσνία, τη Σερβία, τη Γερμανία και τη Ρωσία, για να αφηγηθούν τις προσωπικές τους ιστορίες, που κινούνταν την περίοδο από το 1945 και μετά, με έμφαση σε γεγονότα του εμφυλίου στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Κοινά σημεία ήταν ο πόλεμος, που κινείται πλέον προς την ανατολική Ευρώπη, η διαφυγή και η διάσωση, οι εκτοπισμοί και η νέα αρχή στη διαιρεμένη πλέον χώρα.

Η παράσταση χωριζόταν σε πέντε «πράξεις» με τις αντίστοιχες μουσικές γέφυρες, ειδικά για την παράσταση, από το σλοβενικό συγκρότημα Laibach: Ικέτιδες – Τα σκοτεινά χρόνια – Απόπειρα για το κακό – Οι ζωντανοί και οι νεκροί – Ωραίος καινούργιος κόσμος. Οι τέσσερις ηθοποιοί δεν υποδύθηκαν ρόλους αλλά μέσα από την προφορική αφήγηση μίλησαν για το δικό τους βίωμα της Ιστορίας. Οι ατομικές και οικογενειακές ιστορίες αφορούσαν την επιστροφή και επανένταξη του πατέρα από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, τη μετακόμιση στη Μόσχα την εποχή της περεστρόικα, την πολιορκία του Σαράγεβο και τις ωμότητες στους δρόμους της πόλης, τη δίκη του Radovan Karadzic, την ανακομιδή των οστών του Βόσνιου πατέρα από τον μεγαλύτερο ομαδικό τάφο, αυτόν στην Τομάσιτσα, τη μετατροπή του στρατοπέδου συγκέντρωσης –που έσβησε από τη μνήμη– από μια βρετανική εταιρία, τις πολυτελείς επαύλεις στη θέση των ερειπίων, που χρησιμοποιούνται τα καλοκαίρια για να φιλοξενούν ολιγοήμερους θρήνους Βοσνίων της διασποράς.

DarkAges_02_Foto_DashuberΤα κείμενα ήταν γραμμένα από τους ηθοποιούς με τη δραματουργική επιμέλεια των Stefan Bläske και Sebastian Huber. Σύμφωνα με μία από τις βασικές αρχές του documentary theatre, στην παράσταση –στο πλαίσιο της έρευνας που έχει διεξαγάγει η ομάδα– παρουσιάζονται «ειδικοί», οι οποίοι προσπαθούν με την μαρτυρία τους να ερμηνεύσουν πολύπλευρα την πραγματικότητα. Στη συγκεκριμένη δουλειά οι «ειδικοί» ήταν ηθοποιοί που βίωσαν ως κάτοικοι, ως πολίτες αλλά και μέσα από το επάγγελμα τους (γι’ αυτό και το επί σκηνής βεστιάριο) τον πόλεμο και την κάθε λογής απώλεια, καθώς και τον «ωραίο καινούργιο κόσμο». Ο «διάλογος» ανάμεσα στην Ιστορία, την πολιτική και την Τέχνη ενισχύθηκε από τα πλάνα και τις αναφορές της ηθοποιού Valery Tscheplanowa στις παραστάσεις στην Ευρώπη και την Κούβα του έργου Μηχανή Άμλετ σε σκηνοθεσία Dimiter Gotscheff, όπου εμφανιζόταν και η ίδια. Πρόκειται για ένα έργο που, με πρωταγωνιστή τον απογοητευμένο και απαισιόδοξο Άμλετ να δηλώνει πως βρίσκεται «με την πλάτη στραμμένη στα ερείπια της Ευρώπης», πραγματεύεται τις εξεγέρσεις και τις ματαιώσεις των προσδοκιών από τους ηγέτες, την κατάρρευση του σοσιαλισμού και τον «ματωμένο κύκλο των ιδεολογιών» (από το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης της ομάδας «ανοικείωση» το 2014).

Η αλήθεια των αφηγήσεων και των περιγραφών σε έναν κόσμο που καταρρέει, σε συνδυασμό με την αίσθηση ότι ο ηθοποιός μέσα από την οθόνη κοιτάζει κάθε θεατή χωριστά και του απευθύνει την ιστορία του, προσέθεταν αμεσότητα στην παράσταση, χωρίς συναισθηματισμούς και εξάρσεις. Κι αυτό το αποτέλεσμα εγγράφεται στην προσέγγιση του σκηνοθέτη βέβαια αλλά σε μέγιστο βαθμό και στην υποκριτική ικανότητα των ηθοποιών. Οι ισορροπίες που κρατούσαν ανάμεσα στη δική τους συναισθηματική φόρτιση από τις συγκλονιστικές εμπειρίες τους και τη συγκίνηση που προκάλεσαν στο κοινό ήταν ενδεικτικές της ικανότητας των ηθοποιών να ελέγχουν τα εκφραστικά τους μέσα. Η θεατρικότητα ήταν ελάχιστη. Μάλλον, ήταν η απαραίτητη προκειμένου να εδραιωθεί η συνθήκη ανάμεσα στη σκηνή και το κοινό. Ο τέταρτος τοίχος είχε πέσει.

Εδώ ο λόγος κυριαρχούσε και η μορφή πλαισίωνε. Το περιεχόμενο μέσα από τις προφορικές μαρτυρίες παρουσίαζε τη νέα τάση στη γραφή της Ιστορίας. Κάποιες φορές συμπλήρωνε και φώτιζε την κυρίαρχη ιστορική αφήγηση. Άλλοτε, υπονόμευε, ανέτρεπε και σκίαζε τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα. Η ανάκληση των αναμνήσεων των ηθοποιών-αφηγητών υπηρετούσε τον στόχο του documentary theatre να αποκαλύπτει και να θέτει ερωτήματα κλονίζοντας βεβαιότητες, είτε ατομικές είτε ιστορικές. Το είδος αυτό, εξάλλου, ακολουθεί την επικαιρότητα αλλά σε απόσταση αναπνοής και όχι ασφαλείας. Δεν υπάρχει η μυθοπλασία που προστατεύει από την πραγματικότητα, αλλά ρεαλιστική εικονοποιία και στοχασμός.

Αποφεύγοντας τις γενικότητες γύρω από τον πόλεμο, τον εμφύλιο δε, ο σκηνοθέτης μπροστά στο κοινό συγκεκριμενοποίησε τον πόνο, την απώλεια, τα παιχνίδια εξουσίας, το τραύμα, την επιβίωση. Μπροστά στις πολιτικές που άλωσαν τον μικρόκοσμο των θυμάτων τους είναι αδύνατο να κλείνει κανείς τα μάτια. Η αβεβαιότητα και οι διαψεύσεις της επόμενης μέρας μεταφέρθηκαν με τη σειρά τους στην πλατεία του θεάτρου. Η παράσταση, τελικά, πράγματι ήταν μια «πολιτική ψυχανάλυση του καιρού μας» στα Βαλκάνια με φόντο τις ιστορικές εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη.

DarkAges_05_Foto_DashuberΜε τη δυναμική με την οποία σηκώνεται κανείς από το ντιβάνι του ψυχαναλυτή έχοντας ανακαλύψει τις μη ομολογημένες ως τότε βαθιές αλήθειες του, που αναπόφευκτα θα αντιμετωπίσει, έτσι σηκώθηκαν οι θεατές από τις βολικές τους θέσεις στο Rex. Οι ηθοποιοί μετουσίωσαν σε Τέχνη το βίωμά τους. Το κοινό, λοιπόν, καλείται να αναστοχαστεί τόσο πάνω στη νομοτέλεια της Ιστορίας με αφορμή τη διαιρεμένη – όχι μόνο γεωγραφικά – ανατολική Ευρώπη όσο και στη θέση του υποκειμένου. Δεν αρκεί μόνο να θυμόμαστε με διαδικτυακές αναρτήσεις τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα κάθε Ιούλιο. Η Ιστορία συνέβη μόλις χθες, η τέχνη του θεάτρου (σκηνική αναπαράσταση) πυκνώνει αυτή την εμπειρία κάθε φορά σε χώρο και χρόνο, και οι θεατές οφείλουν τουλάχιστον να μην στρέφουν αλλού το βλέμμα· στην καλύτερη περίπτωση, να μην απουσιάζουν όταν κάπου γράφεται η Ιστορία.

“In the absence of war we are questioning peace […] Europe is falling apart”, τραγουδούν από το 2014 οι Laibach.

Οι φωτογραφίες του Thomas Dashuber αντλήθηκαν από την ιστοσελίδα του Residenz Theater.
Η παράσταση στην ιστοσελίδα του IIPM.
Δείτε το trailer.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

DarkAges_06_Foto_Dashuber