La-habitación-al-otro-lado-de-la-casa-autorΑν εξαιρέσουμε το ποίημα του Χόρχε Γκαλάν «Ο τελευταίος», που δημοσιεύτηκε στο Φρέαρ σε μετάφραση Ο. Φώσκολου, το Δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού είναι το πρώτο έργο του που δημοσιεύεται στην Ελλάδα. Μια εξαίρετη επιλογή, θα έλεγα, των εκδόσεων Ψυχογιός. Έξοχο, επίσης, είναι και το μεταφραστικό καλωσόρισμα που του επιφυλάχθηκε: τη μετάφραση υπογράφει ο δόκιμος μεταφραστής Αχιλλέας Κυριακίδης. Κι αυτό το καλωσόρισμα δεν είναι διόλου μικρό πράγμα. Η πρόσληψη του μυθιστορήματος του Γκαλάν στη γλώσσα μας ευτύχησε να είναι η καλύτερη δυνατή. Συνιστά εγγύηση. Γιατί ; Διότι ο Έλληνας αναγνώστης που θα ήθελε να γνωρίσει τον Γκαλάν θα πρέπει να αισθάνεται τη σιγουριά ότι η απόδοση του έργου στην ελληνική μόχθησε να βρει τις πλέον καίριες μεταφραστικές λύσεις και έτσι θα πρέπει να είναι ήσυχος ότι η γνωριμία του με το συγγραφέα δεν θα είναι φαλκιδευμένη από μια επιπόλαιη και άστοχη μετάφραση που θα τον παρέσυρε, ενδεχομένως, σε σφαλερές κρίσεις.

Ο Γκαλάν είναι ποιητής και πεζογράφος και γεννήθηκε στο Σαν Σαλβαδόρ. Έχει τιμηθεί με διακρίσεις και σήμερα η ζωή του κινδυνεύει, εξαιτίας της στηλίτευσης της ατιμώρητης έως τώρα δολοφονίας έξι κληρικών στη χώρα του, την οποία έκανε με το έργο του «Νοέμβριος». Έχει πια εγκαταλείψει τη χώρα του, όπως φρόντισε επαρκέστατα να μας ενημερώσει το Φρέαρ, το οποίο πολύ σωστά απεύθυνε έκκληση προς όλους για συμπαράσταση στο διωκόμενο συγγραφέα.

Το Δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού είναι ένα μυθιστόρημα. Όπως δεν συνηθίζω να αναπαράγω τα δελτία τύπου εν είδει βιβλιοπαρουσίασης, ως είθισται να γίνεται, με ευκολία και άτυπτα για τη συνείδηση ως φαίνεται, από πολλούς αυτόκλητους «κριτικούς», το ίδιο απεχθάνομαι να αναπαράγω ή να προβάλλω το … story ενός πεζού κειμένου, ενός μυθιστορήματος, λες και οφείλω να είμαι ο κράχτης κουτσομπόλης της γειτονιάς, που προτρέπει σε επιτροχάδην κατανάλωση ενός ακόμη παραμυθιού, για το οποίο η γειτονίτσα της πλήξης μας θα ξέδινε απ’ τη μονοτονία της αν πληροφορείτο μια πιο φανταχτερή ιστοριούλα. Έτσι, αν θέλει κανείς να μάθει για την υπόθεση ας αγοράσει, ρισκάροντας…, το βιβλίο. Εγώ θα δώσω εδώ το στίγμα της ματιάς του συγγραφέα στα πράγματα κι αυτό είναι αρκετό, κρίνω, για τον αναγνώστη. Το μυθιστόρημα ακολουθεί ένα ρεαλιστικό μονοπάτι γραφής, το οποίο όμως προσλαμβάνει ποιητικά χρώματα, λόγω της ποιητικής φύσης του συγγραφέα. Προσωπικά αρέσκομαι στο ρεαλισμό που εκβάλλει στην κύμανση, που σαλεύει. Μου φαίνεται πιο αληθινός και πραγματικός από τον εδαφικό ρεαλισμό, όπως συνηθίζω να λέω, που συνήθως συναντάμε. Ο ρεαλισμός του Γκαλάν είναι ένας ρεαλισμός που κοιτά το άσχημο, απτόητος και άτρομος, όπως τα βρέφη: με μια ήσυχη χαρά που έρχεται από μακριά… Ο ρεαλισμός, όπως τον ξέρουμε, υπερβαίνεται από τη ρυθμισμένη και δοσολογημένη ποίηση της γραφής του. Είναι ένας ρεαλισμός που δεν κολλάει τα πράγματα στο έδαφος, ώστε να σκάνε στα αδιέξοδα και στους εαυτούς τους. Λες και δηλώνεται, υπόρρητα, ότι η καταγωγική πηγή της ποιητικής ματιάς στα πράγματα είναι, εν τέλει, η χαρά, το ανάλαφρο, το πέρα από την οδύνη και τον πόνο, ασχέτως των πλέον ζοφερών καταστάσεων. Κάτι, δηλαδή, σαν μοτσάρτειο αλτικό διάστημα ή τρίλια, ή, πάνω απ’ όλα, κάτι σαν το κοντσέρτο για όμποε σε ρε ελάσσονα του Αλμπινόνι (opus IX, n.2) και ειδικά τα μέτρα 8-12. Καθώς όλοι οι ρεαλισμοί δεν είναι ίδιοι, έτσι και το στήσιμο του ρεαλισμού του Γκαλάν έχει δικά του χαρακτηριστικά. Είναι ένας ρεαλισμός λιτός, κοφτός, δίχως φιοριτούρες που βαραίνουν το ίδιο το γεγονός που περιγράφεται. Στήνεται με σκαλιά σε κίνηση ρολογιού. Και μέσα σ’ αυτό μπαίνει δοσολογημένο το ποιητικό χρώμα ώστε να προσφέρει την κύμανση. Ενίοτε η ποιητικότητα στήνεται με τα δομικά υλικά αυτού τούτου του ρεαλισμού, που για να την αφήσουν να αναδυθεί μένουν στεγνά και περιορίζονται στα περιγράμματα των καταστάσεων που περιγράφουν, όπως κάνει πάντα η απλή ζωή, που από μόνη της είναι μια ποιητική αυταξία. Εν πάση περιπτώσει, εγώ έχω αντιληφθεί έτσι τα πράγματα ή όντως υπάρχουν στη γραφή του Γκαλάν;… Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι όπως εκθέτει γεγονότα και καταστάσεις νιώθω ανθρώπινη ξεκούραση. Κι αυτό ακριβώς είναι για μένα το πρώτο ποιητικό πειστήριο ενός κειμένου, αφού η ξεκούραση πηγάζει από την αφτιασίδωτη ζωή, που είναι ζωή αμόλυντη και καθολική. Ανθολογώ φράσεις του κειμένου που δίνουν το στίγμα, νομίζω, της ματιάς του και ίσως επιβεβαιώνουν τα παραπάνω : «… και η γυναίκα έμεινε πιο ευχαριστημένη απ’ τις άλλες φορές, κι ο γέρος άντρας της με τα άψογα δόντια είχε κρατήσει όλες του τις δυνάμεις… για το τέλος της ζωής του, και όση ικμάδα του ’χε απομείνει την άφησε να βγει εκείνη τη νύχτα,… με γιασεμιά του δάσους μπροστά στο λασποκάλυβο, όλη την άφησε να βγει και έμεινε έτσι, γερμένος πάνω της, νεκρός, αφού πρώτα είχε βγάλει μια τρομαχτική κραυγή… που έσκισε τη νύχτα στα δύο.» (σελ. 20). «Η θλίψη μυρίζει χρυσάνθεμα» (σελ. 142). «…Είναι κουφοί γιατί ακούν τον ήχο του σύμπαντος…έχουν ό,τι δεν είναι αυτού του κόσμου : τη σιωπή.» (σελ. 143). «…τη φίλησε με σπάνια αδεξιότητα» (σελ. 148). «Τα απλά πράγματα …μένουν για πάντα» (σελ. 148). «…χάρη στο θαύμα ενός φιλιού απροσδόκητου αλλά αλησμόνητου, αδέξιου…» (σελ. 148). «Μα δεν ξέρετε ν’ ακούτε τα δέντρα ;» (σελ. 202). «Από εκείνη τη μέρα άρχισε να θάβεται κάτω απ’ την ίδια της τη σκοτεινιά.» (σελ. 223).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

xorxe-galan