frear

Εκλογή από το έργο του Νάσου Βαγενά -επιμέλεια Αλέξανδρου Κορδά

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ

Μου είπαν πως είχες πεθάνει. Και σε ξαναβρίσκω
στο καφενείο να παίζεις τάβλι με τους ζωντανούς.
Κερδίζεις κιόλας. Φοράς και γραβάτα.
Εσύ ποτέ δε φορούσες γραβάτα.
Κλεινόσουν πάντα σ’ εκείνο το σπίτι
και κοίταζες αμίλητος τους γείτονες και τους περαστικούς.

Μου είπαν πως είχες πεθάνει. Ποιον να πιστέψω.
Χάθηκες ξαφνικά χωρίς να πεις ούτε λέξη.
Χωρίς ν’ αφήσεις ούτε σημείωμα.
Τα παντζούρια σου κλειστά. Το κουδούνι χαλασμένο.
Το σκυλί πικραμένο. Και τα φώτα σβηστά.

Είσαι; Δεν είσαι; Ποιον να πιστέψω;
Πόσο έχει αλλάξει η φωνή σου.
Οι άλλοι δε μιλούν. Σε κοιτάζουν που παίζεις.
Σε κοιτάζουν που ρίχνεις χαμογελώντας τα ζάρια.
Κι όλο κερδίζεις. Κι όλο κερδίζεις.

Μα εσύ ποτέ δεν κέρδιζες. Ήσουν πάντα ο χαμένος.

Πεδίον Άρεως (Διογένης 1974)

XVII

Το χώμα ανεβαίνει. Ανεβαίνει ολοένα. Σε σκεπάζει.

Εσύ δεν κάνεις τίποτε. Περιμένεις τη βροχή. Για να βλαστήσεις
όπως λες. Χωρίς φυσικά να το πιστεύεις.

Αν υπήρχαν πουλιά θα υπήρχαν κλαδιά. Αν υπήρχαν κλαδιά
θα ήσουν ένα.

Όχι βέβαια το πιο ψηλό. Όμως γερό για να μπορέσει κανείς
να πατήσει.

Βιογραφία (Κέδρος 1976)

Ο ΟΡΦΕΑΣ ΣΤΟΝ ΑΠΑΝΩ ΚΟΣΜΟ

Μετέφεραν μπροστά στα παράθυρα κλαδιά. Φύτεψαν
τ’ απαραίτητα δέντρα. Όμως τα σπίτια έχουν υπονόμους
επίσης. Λεπτοί οριζόντιοι σωλήνες σαν φλέβες μεταβιβά-
ζουν στον κάτω κόσμο το περίσσευμα της μέρας.
Από τέτοια υλικά είναι καμωμένη η ζωή. Από τε-
τοιους σωλήνες φτιαγμένη. Όμως ακολούθησε τη νοητή
τους προέκταση και –ποιος ξέρει– ίσως κάποτε συναντή-
σεις την Ευρυδίκη.

Τα γόνατα της Ροξάνης (Κέδρος 1981)

Ο ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΪΣ ΜΠΟΡΧΕΣ
ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

Επιζών του θανάτου σου
ψηλαφώντας έναν ξεφούσκωτο ήλιο αττικό
ανεβαίνεις αργά την Πανεπιστημίου με το λεπτό
και σκονισμένο μπαστούνι του Τσέστερτον.

Μπόρχες τυφλωμένε.
Πολύφημε.
Η φωνή σου μου δροσίζει τα κόκαλα.
Κατά βάθος είσαι Έλληνας.
Το φως έχει καθίσει στους ώμους σου.

Πίσω
από τις μελανές σου μεμβράνες διακρίνεις
τη μεθυσμένη σκιά του Σολωμού.
Μ’ ένα μαύρο ταξί σ’ ακολουθεί ο Όμηρος.
Ξενυχτισμένος.
Αχτένιστος.
Σβήνοντας τα τσιγάρα απανωτά.
Μαζεύει το νόμισμα
που πέφτει κάθε τόσο
από τα λαμπερά σου δόντια.

Περιπλάνηση ενός μη ταξιδιώτη (Κέδρος 1986)

ΓΕΝΕΣΙΣ

Δεν χρησιμοποίησα όλο το σκοτάδι μου σωστά.
Ούτε το λευκό που είχα στοιβάξει στο στήθος.
Κομμάτια σύννεφα αιωρούνται στο διάστημα.
Ο αέρας κατεβάζει συνεχώς παγωμένες αναμνήσεις.

Ας δούμε τι μας επιφυλάσσει το υπόλοιπο της Δημιουργίας.
Είμαστε κάπου στη μέση της τρίτης μέρας.
Μόλις
έχει αρχίσει να λειτουργεί το φως.
Το χώμα δεν έχει καλά-καλά κρυώσει.
Και φυσικά ούτε λόγος
για γαλάζιο. Βλέπω

τον αγαθό Θεό ανάμεσα σε δύο φτερωτά
λιοντάρια να σκαλίζει με το σκαρπέλο του σκοτεινά
κοράλλια.
Εσύ δεν έχεις ακόμα γεννηθεί
Ούτε βέβαια το τρυφερό σου σώμα.
Ως εκ τούτου ο κήπος της Εδέμ
δεν έχει λόγο υπάρξεως.
Ούτε ωραία δέντρα. Ούτε ζεστά πουλιά.
Ούτε φρούτα γλυκά που φουσκώνουν και σκάνε.
Το φίδι μόνο κινείται άπραγο. Σιωπηλό
μέσα σε μια παρωδία χρωμάτων.

Περιπλάνηση ενός μη ταξιδιώτη (Κέδρος 1986)

ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ

Γύρω απ’ το συντριβάνι της που τρέχει
Με τη φωνή ανθρώπου που πονεί
είναι λουλούδια που κανείς δεν έχει
ξαναδεί. Με μυρωδιά σιχαμερή
και πέταλα που στάζουνε φαρμάκι.
Φυτρώνουν απ’ τα μέλη των νεκρών.
Ποτέ να μην ξανάρθουμε εδώ.

Πάνθηρες λιάζονται στη βρύση.
Το δάσος σκοτεινιάζει πιο πέρα.
Στις σκάλες του κήπου στριφογυρίζει
ο πύθωνας. Παγόνια περπατούν
αργά κι επίσημα. Και μας κοιτούν
με μάτια ανθρώπων που είχαμε γνωρίσει.

Μεταγραφή ποιήματος του Eliot

Η πτώση του ιπτάμενου (Στιγμή 1989)

ADAGIO

Ο κόσμος όλος χωράει σε μια λέξη.
Σ’ ένα ρήμα που δεν έχει ακόμα ειπωθεί.
Σαν μια γυναίκα που δεν λέει να γδυθεί
κι έχει φέξει.

Όμως φυσάει ξαφνικά και σφυρίζει
ένας άνεμος που επιβάλλει τη σιωπή.
Ό,τι κανείς και να σου πει
γυρίζει

με ορμή στο στόμα του και το ματώνει.
Κι είμαστε ακόμη σε άλλη εποχή.
Σε λίγο τίποτα δεν θα ηχεί
κάτω απ’ το χιόνι.

Βάρβαρες Ωδές (Κέδρος 1992)

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΜΠΑΛΑΝΤΑ, β’

Πολλοί μαθαίνουνε πολλά καθώς γερνούνε.
Άλλοι μαθαίνουνε λιγότερα, ή πάντως κάτι.
Όμως εμένα μου αδειάσανε τον νου
Όσα γνώρισα, ομιχλώδη ή δακρυγόνα,
το τελευταίο τέταρτο του αιώνα.

Ό,τι απομένει απ’ τα παρθένα δάση
(κάποια χόρτα και ασήμαντα φυτά)
Έχει ολωσδιόλου ξεθωριάσει.
Έχει θολώσει και ό,τι δεν απομένει:
Οι πηγές, τα πουλιά και τα τεμένη.

Ω Δία Πατέρα, που κρατάς τους κεραυνούς
τ’ ουρανού, καθάρισέ μου τα μάτια.
Γέμισέ με και πάλι με τους κρουνούς
της γνώσης σου, σκέπασέ μου τον νου
με κέδρους, με σημύδες και με ελάτια.

Σκοτεινές Μπαλάντες (Κέδρος 2001)

ΑΪΝΣΤΑΪΝ

Το σύννεφο των μαλλιών σου προς τα πού ταξιδεύει;
Η σκέψη σου άσπιλη κρατούσε το ίσο
στον πόθο σου, που θα τον έλεγαν τραγίσιο
όσοι αποστρέφονται τα ερέβη.

Έβλεπες το μηδέν με το άπειρο ένα,
το χάος ολάνθιστο («δροσερό περιβόλι
της αβύσσου») και συγχωνευμένα
την έρημο με την πόλη.

Έτσι πέρα απ’ το εδώ και το παρέκει,
έλαμνες λαμπερός, πυρακτωμένος,
στη σκοτεινή καρδιά του σύμπαντος,

εκεί όπου δεν χιονίζει ή βρέχει
κι όπου ο χρόνος, μαύρος, στέκει
πηχτός ωκεανός ακύμαντος.

Στη νήσο των μακάρων (Κέδρος 2010)


Επιγράμματα

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΟΥΣΗΣ

Φίλοι, γιατί με θάβετε τόσο κοντά
στο εξοχικό του Αρδίζογλου, του επιμοντέρνου
μετασεφερικού (για τον οποίο
αρκούν τα όσα – με τη δέουσα προσοχή –
εγκωμιαστικά υπογράμμισε ο Νεζερίτης);
Φρίκη με πιάνει στην ιδέα πως
ο αέρας, που φυσάει εδώ βαρύς,
θα φέρνει τους στίχους του στ’ αυτιά μου.

ΔΑΝΙΗΛ ΜΙΣΧΡΑΚΗΣ

Αντί επιτυμβίου μου έχω χαράξει
– του το ανταποδίδω από αυτή τη θέση –
Το επίγραμμα που θα μου είχε επιδαψιλεύσει
ο αλήστου μνήμης Πάτροκλος Γιατράς:
«Ατάλαντος. Το μόνο καλό του ποίημα
ήταν οι στίχοι που δεν έγραψε».

Γ. ΜΠΛΕΤΣΟΣ

Αθηναίος περισσότερο παρά Θεσσαλονικεύς,
Ευρωπαίος παρά Έλληνας,
φιλότεχνος παρά καλλιτέχνης,
αιχμή του νεωτερισμού αλλά και – ενίοτε –
ραβδοσκόπος της παράδοσης,
συναιρώντας παρελθόντες και μέλλοντες -ισμούς
σε έναν και μοναδικό όρο: εαυτότητα,
ήταν, ο ίδιος, συγχρόνως ο ποιητής και το έργο του:
το ποίημα με σάρκα και οστά (έστω δίχως λέξεις).

ΗΛΙΑΣ ΚΑΓΙΟΣ

Του Άδη πέρασα τις πύλες τρέμοντας
μήπως κι εδώ μ’ επαινέσει ο Νεζερίτης.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΝΤΑΡΑΚΗΣ

Η μοίρα αφειδώλευτα μου χάρισε δυο χρόνους,
έναν για τη ζωή και έναν για την τέχνη.
Όμως τους ξόδεψα απερίσκεπτα
στην τέχνη και τους δυο.

Τώρα εδώ κάτω, όπου δεν ισχύουν τα ποιητικά,
περνώ την ώρα μου πλέκοντας ψάθες, ή πότε-πότε
παίζοντας τάβλι με τον Πάτροκλο Γιατρά.

ΙΑΣΩΝ ΝΕΖΕΡΙΤΗΣ

Εδώ ησυχάζει ο Ιάσων Νεζερίτης,
ο ένας, αλλά συγχρόνως και ο πολλαπλός.
Βαρόμετρο των ποιητικών αναζητήσεων,
αδιαπέραστος φραγμός κάθε στασιμότητας,
ασίγαστος φάρος των μεταρεαλιστών,
δημιουργός της γενιάς του ’99.

Όμως, κυρίως, υπήρξε το κάλλιστο εκείνο,
ο τρόμος του επαρχιωτισμού.

ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ ΓΙΑΤΡΑΣ

Ενθάδε εσάπη το – ταλαίπωρο άλλωστε –
σώμα του σκώπτη Πάτροκλου Γιατρά
(το πνεύμα του διασώζεται, υποθέτω, σ’ αυτούς τους στίχους).
Έγραφε επιτύμβια για ομότεχνους
– συνθέσεις μιας ορισμένης αναζήτησης.
Διαβάτη, θα ένιωσες, πιστεύω, ότι οι θλιβερές
σελίδες του, που βρίσκονται ανοιχτές εμπρός σου,
δεν είναι χωρίς κάποια χρησιμότητα.

Στέφανος (Κέδρος 2004)

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη