Μετάφραση: Δημήτρης Θ. Γκότσης
Φεγγάρι, λαδιού σφουγγάρι, φανάρι
φεγγάρι – ή και φυτό του αγρού,
φεγγάρι, χάσου,
πεπόνι ή πράσινη καλαμωτή
κολοκύθα, θέλω
να φέγγω ο ίδιος, μόνος,
Φίλη, θέλω
από πάνω σου να σβήνω,
σε χόρτου το ύψος μονάχα
από πάνω σου – σε ένα δέντρο
πάνω απ’ το ποτάμι,
σαν έρθει το πρωί,
υγρό, εκεί ξαπλώνω
κι ανασαίνω ακόμη.
Και ρωτώ εσένα,
που πλάι μου ξάπλωνες,
για ένα φεγγάρι
εχθές, πότε χάθηκε – εσύ
δεν απαντάς, πάνω στο σύννεφο
ψαύει του φωτός το φέγγος, αντηχεί
απ’ τη φωνή σου.
Εχθές –
χάθηκα –
σήμερα –
σε άκουσα
και συνεχίζω ακόμη ν’ ανασαίνω.
[Από τα Ποιήματα, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2007.]







