Μετάφραση: Αντώνης Η. Σακελλαρίου
Η γκρίζα θάλασσα κι η μακριά μαύρη γη•
τι κίτρινο μισοφέγγαρο, φαρδύ και χαμηλά•
τα ξαφνικά μικροκύματα που τινάσσονται
απ’ τον ύπνο τους σαν άγριοι βόστρυχοι,
καθώς φτάνω στην άκρη της ξηράς ωθώντας την πλώρη
και την ταχύτητα σβήνω στην άμμο τη γλιστερή.
Μετά ένα μίλι ζεστής, θαλασσομύριστης αμμουδιάς•
τρία χωράφια να διασχίσω, ως να φανεί κάποια φάρμα•
ένας χτύπος στην πόρτα, ο γοργός, οξύς ήχος
και το φως το γαλάζιο του σπίρτου που ανάβει,
και μια φωνή, με χαρά και με φόβο, όχι τόσο δυνατή
όσο οι δυο μας καρδιές που χτυπούν δίπλα-δίπλα.







