ΤΟ ΚΕΝΟΤΑΦΙΟ
Η μνήμη τρέφεται με λέξεις
Συχνά ανοίγει κλειδωμένα αποθέματα
Και ανασύρει λέξεις πρόσφατες
Ή πιο παλιές
-όσο παλιότερες τόσο πιο τρυφερές
σα να ’χουν διατηρηθεί σε πάγο-
Κι ανάλογα με τις ορέξεις της
Πότε τις τρώει προσεκτικά, ευγενικά,
-τις καταπίνει ολόκληρες
να μην τις πληγώσει-
Κι άλλοτε επιτίθεται
Και τις κατασπαράζει
Τραβάει τις σάρκες τους και τις ξεσκίζει
Δεν τις αντέχει να τις νοιώθει αλώβητες
Ενώ η ίδια λιώνει απ’ την ύπαρξή τους
Έτσι κι αλλιώς το ξέρει
Την άλλη μέρα αυτές θα είναι πάλι εκεί
Εικόνες μαγικές
Με παιδική ανευθυνότητα
Να τιμωρούν το θύτη τους
Ζητώντας πάλι προστασία κοντά του
Γνωρίζουν τα ξεσπάσματά της,
Τις αδυναμίες της,
Υπομονεύουν στο θυμό της
Στη σχέση αυτή
Που έχουν χαθεί τα όρια
Και δεν γνωρίζουν πια
Ποιός τρέφεται από ποιόν
Έτσι που ο ένας επιβιώνει απ’ τον άλλο
Αφού μαζί στο ίδιο κενοτάφιο θα ταφούν
Σαν έρθει κάποτε η ώρα
Η ΘΥΣΙΑ
Κοιτάζω τις λέξεις
Σταυρωμένες στο χαρτί
Ο χρόνος δίπλα τους
-ημέρα και έτος καταγραφής-
Λογχίζει τα πλευρά τους,
-όξος και χολή-
Αιμόφυρτη η κεφαλή τους γέρνει
Η ζωή εγκαταλείπει το σώμα τους
Περιμένω την τελευταία λέξη
Το τετέλεσται,
Την αποκαθήλωση
Και την αναγκαία ταφή







