Βράχος, αλμύρα, άγριες χαρακιές στο δέρμα,
όπως πεθαίνει ο καιρός, το ψάρι, το χορτάρι, τα ανθρώπινα
κελεύσματα στον κρανιοθραύστη του όχι,
για το σκληρό ξεκίνημα του κόσμου.
Νωπός ιδρώτας να κυλάει κι άκλαυτο δάκρυ, να επιπλέει ο επιζών
στο ξεσκισμένο στήθος, στη σάρκα, στα μαλλιά,
στο κούτελο σαν καταρράκτης η στροφορμή του αγνώστου.
Κι ύστερα το δρεπάνι να βαράει, το φίδι που πονά, η θηλιά,
τ’ αγέννητα μωρά.
Γκέμια, καπίστρι κι άγκιστρα κρατούν κλειστό το στόμα,
σαλέματα, οδοιπορικά, άλματα στο κενό,
μια λίμνη με νεκρά πουλιά,
άδειοι αύλακες στο χώμα.







