ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ, 1972
Ιούλης θα ’τανε. Κυριακή και ζέστη στην αυλή εκεί που τρώγαμε. Μέσα αναμμένη τηλεόραση κι ελληνική ταινία σε λιγάκι. Είχαμε κάτι σαν γιορτή, αλλιώς δε θα θυμόμουνα και τώρα ακόμα το ψητό κοτόπουλο. Έλαμπε ο ήλιος στη φρυγανισμένη πέτσα. Είχαμε και μπίρα. Και πατάτες• τηγανητές, μια παιδική ευωχία! Δεν ξέρω αν το θυμάμαι ή το σκηνοθετώ. Πάντως έπαιζε κάτι σαν ρυθμός μελλούμενης δροσιάς και λίβα θελκτικού σε απόσταση ιλίγγου. Τρώγαμε μακάριοι και οι τέσσερις. Γι’ αυτό είμαι απολύτως βέβαιη και τώρα.
Αυτός, σαν από μηχανής, παρουσιάστηκε μπροστά μας. Μια σκονισμένη γλυκομίλητη σκιά πουλούσε τα σεντόνια. Λουλουδάτα. Της Πειραϊκής-Πατραϊκής, πάλαι ποτέ, νομίζω. Τα ’παιρνε η μάνα με τις δόσεις. Για τις προίκες. Κάτι μας είπε, κάτι του ’παμε. Δεν πήραμε, αμήχανοι στο τέλος αρνηθήκαμε και έφυγε μες στο λιοπύρι κάθυγρος.
Ε, και; Γιατί ακόμα προσπαθώ να θυμηθώ εκείνη την ντροπή κατακαλόκαιρο, όταν η μάνα μου τον μάλωσε: Βρε Αχιλλέα, δεν του δώσαμε ένα μεζέ του ανθρώπου. Γιατί ακόμα προσπαθώ να κρατηθώ απ’ του πατέρα μου το αλάφιασμα που κίνησε να βρει τον πωλητή καταμεσήμερο: Συμπάθα με, έλα να πιεις νερό. Ψήνει την πέτρα σήμερα.
***
Πολύφωτες οι σάλες
των παλιών σπιτιών
τελούν την άχραντη ζωή
των επετείων•
γάμοι, βαπτίσεις, εορτές
τα γυαλικά στο μπουφεδάκι
να κομψεύονται
ως τη συγκίνηση
ανέγγιχτα
όπως η σκόνη
στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες
αυτών που σε κοιτάζουν
από απέναντι.
Παντού περίβλεπτη φυγή
να αγγίζεις κάθε μέρα
να μαθαίνεις
[Από τη συλλογή Ωσεί κήπος, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014. Φωτογραφία: António Paixão.]







