frear

Πέρασε ένας χρόνος χωρίς τον Αλέξη Πολίτη – γράφει ο Παναγιώτης Στάθης

Τον πρωτογνώρισα στο γραφείο τού Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη στο ΕΙΕ το καλοκαίρι του 1991. Μου έκανε εντύπωση η αντισυμβατική του εμφάνιση: μουστάκι, κάπως μακρύ μαλλί αφημένο προς τα πίσω, ρούχα σε αποχρώσεις του χακί, σανδάλια. Καμιά σχέση με τους επιστήμονες που είχα γνωρίσει.

Τον ξαναείδα τις επόμενες χρονιές στα Σεμινάρια της Ερμούπολης του τότε ΚΝΕ/ΕΙΕ. Μια παρέμβαση του Αλέξη σε μια συζήτηση στα Σεμινάρια αποτέλεσε ένα γερό μάθημα σχετικά με προβλήματα της ιστορικής έρευνας που, τότε ως εκκολαπτόμενος ιστορικός, δεν είχα διόλου φανταστεί. Μια ομάδα μεταπτυχιακών φοιτητών από το Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, με υπεύθυνο τον Αντώνη Λιάκο, κάναμε μια ομαδική εργασία για τους καθηγητές ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών τον 19ο αιώνα. Την παρουσιάσαμε στην Ερμούπολη το 1992. Ο, δυστυχώς πρόωρα χαμένος, Βαγγέλης Κεχριώτης είχε αναλάβει να ερευνήσει και να παρουσιάσει τον Δημήτριο Βερναρδάκη. Ο Βερναρδάκης είχε λάβει ισχυρή υποστήριξη από τον Θεόδωρο Μανούση και τον είχε διαδεχθεί στην έδρα Ιστορίας που κατείχε ο Μανούσης στο Πανεπιστήμιο. Ο Βαγγέλης δυσκολευόταν να ερμηνεύσει τη στενή σχέση των δύο λογίων καθώς εντάσσονταν σε αντίθετα διανοητικά ρεύματα (ο Μανούσης στον Διαφωτισμό και ο Βερναρδάκης στον ρομαντισμό), ενώ δεν είχαν άλλου τύπου σύνδεσμο (π.χ. κοινής καταγωγής ή συγγενικό) που να δικαιολογεί τη στενή τους σχέση. Τότε παρενέβη ο Αλέξης επισημαίνοντας ότι η σχέση τους πιθανότατα οφείλεται στις ομοφυλοφιλικές τάσεις που λέγεται ότι είχαν και οι δύο τους. Την πληροφορία την είχε προφορικά από τον Κ. Θ. Δημαρά, ο οποίος την είχε λάβει επίσης προφορικά από προηγούμενους λόγιους. Η ερμηνεία που πρότεινε ο Αλέξης, ανεξαρτήτως της ορθότητάς της, έθετε το ζήτημα: πως μπορεί να προσεγγίσει η ιστορική έρευνα θέματα που είναι ταμπού για μια κοινωνία ή μια εποχή, η οποία τα κρύβει επιμελώς, έτσι ώστε να μην υπάρχουν γραπτά τεκμήρια ή να διατυπώνονται μονάχα δύσκολα αποκωδικοποιήσιμες νύξεις; Πληροφορίες τις οποίες, εάν τις γνώριζε ο ερευνητής, θα μπορούσαν να δώσουν εύλογες ερμηνείες και απαντήσεις σε ερευνητικά ερωτήματα. Ήταν το πρώτο από μια σειρά μαθήματα που θα έπαιρνα από τον Αλέξη, χωρίς ο ίδιος ούτε να το είχε σκοπό ούτε να το καταλάβαινε.

Γνώρισα καλύτερα τον Αλέξη από το 1996 που εγκαταστάθηκα στο Ρέθυμνο με τη σύντροφό μου Ελένη Φουρναράκη, και κυρίως από το 1998, όταν μείναμε στην ίδια πολυκατοικία που έμενε και ο Αλέξης με την Αγγέλα Καστρινάκη και την κόρη τους Άλκη· ένα κορίτσι που κατόρθωσε, παρά τη βαριά σκιά των διανοούμενων γονιών της, να διαμορφώσει τη δική της αυτόνομη ισχυρή προσωπικότητα, κάτι το οποίο προφανώς οφείλεται πρωτίστως στην ίδια, αλλά ασφαλώς οφείλεται και στον φιλελεύθερο τρόπο ανατροφής της. Με τον Αλέξη και την Αγγέλα γίναμε γρήγορα φίλοι, ενώ η επικοινωνία μας ήταν σχεδόν καθημερινή, λόγω και της γειτνίασης, και οι συναντήσεις μας ολοένα και πυκνότερες. Άλλωστε είχαμε αρκετά κοινά, ιστορικά και άλλα, ενδιαφέροντα. Ζήσαμε πλάι πλάι 27 χρόνια. Μάλιστα στην περίοδο του αποκλεισμού λόγω covid είχαμε κάνει μια κλειστή παρέα των τεσσάρων ώστε να διατηρήσουμε την απόλαυση της διά ζώσης συνεύρεσης, του κρασιού και της κουβέντας (είχαμε άλλωστε την εμπιστοσύνη μεταξύ μας ότι τηρούσαμε τα μέτρα ασφαλείας).

Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

Το πρώτο κείμενο του Αλέξη που διάβασα συστηματικά ήταν «Η μορφή του καπετάν Μπασδέκη», στο περιοδικό Μνήμων 11 (1987), το οποίο αφορούσε μια οικογένεια αρματολών του Πηλίου. Το διάβασα το 1990 και μου έκανε εντύπωση όχι μόνο για την πολύ διαφορετική εικόνα των κλεφτών που αναδείκνυε σε σχέση με την κυρίαρχη εικόνα στη δημόσια ιστορία, αλλά κυρίως για την πολυμορφία των πηγών που χρησιμοποιούσε: εκτός από έγγραφα και απομνημονεύματα, χρησιμοποιούσε ακόμη δημοτικά τραγούδια, κτιτορικές επιγραφές, λαϊκές εικόνες και λιθανάγλυφα. Όμως, το πιο αγαπημένο μου κείμενο του Αλέξη είναι το «Ένας αρματολός στο Πήλιο παραμονές της Επανάστασης» (δημοσιευμένο στον συλλογικό τόμο «Μια μέρα …». Δεκαπέντε ιστορίες καθημερινότητας από τα αρχαία χρόνια ως την εποχή μας, Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1988). Είναι ένα είδος ιστορικού διηγήματος που λειτουργεί διαλογικά με το προηγούμενο άρθρο για τους Μπασδέκηδες. Υποδεικνύει έναν άλλο τρόπο για τη διάδοση της επιστημονικής γνώσης, δύσκολο αλλά αποτελεσματικό, διότι είναι εύληπτος και ελκυστικός, περνάει τη γνώση μέσα από τη διασκέδαση. Για να είναι όμως αποτελεσματικός πρέπει ο συγγραφέας να έχει αφηγηματικό ταλέντο, ταλέντο που το είχε ο Αλέξης. Και για να είναι ιστορικά αξιόπιστος, χρειάζεται βαθιά ιστορική γνώση και σοβαρή ιστορική τεκμηρίωση, την οποία, μάλιστα, ο Αλέξης αντλούσε από πολλές διαφορετικές πηγές.

Ο Αλέξης είχε τεράστιο εύρος γνώσεων σε πολλαπλά πεδία, πολλές από τις οποίες αντλημένες μέσα από δρόμους δύσκολα προσβάσιμους. Ανήκε σε μια γενιά διανοούμενων, από τους οποίους αρκετοί έψαχναν πολύ, διάβαζαν πολύ, σημείωναν πολύ, ίσως και επειδή δεν είχαν τις διευκολύνσεις του διαδικτύου και επειδή οι βιβλιοθηκονομικές και αρχειακές υποδομές ήταν πενιχρές. Για τούτο οι γενιές των Ιστορικών και του Μνήμονα στράφηκαν στη συγκρότηση βιβλιογραφιών και στον εντοπισμό, την καταλογογράφηση και την ευρετηρίαση αρχείων και βιβλιοθηκών. Ανάμεσά τους και ο Αλέξης Πολίτης.

Αλλά, επίσης, έψαχναν και διάβαζαν πολύ, επειδή έζησαν σε μια εποχή που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο. Ήταν η κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα της εποχής. Αντικατόπτριζε, εξάλλου, την αισιοδοξία της Μεταπολίτευσης. Συνδύαζαν πολιτική, πολιτισμό, επιστήμη. Στα έργα του Αλέξη, από τα μικρά άρθρα ως τα μεγάλα βιβλία, είναι εμφανής ο στόχος μιας συνολικής ιστορίας, μιας συνολικής αφήγησης, επιρροή και από τα γαλλικά διανοητικά ρεύματα (κυρίως αυτό των Annales), αλλά και από τη μαρξιστική θεωρία.

Ο Αλέξης επιδίωκε τη διάδοση της γνώσης. Δάσκαλος γενναιόδωρος. Όταν έπεφτε πάνω σε κάτι που ήξερε ότι σε ενδιαφέρει σου έδινε ένα δελτίο ή σου δάνειζε το βιβλίο. Έδωσε πολλά βιβλία της βιβλιοθήκης του στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης, αλλά και πολλά που δεν έδωσε καταλογογραφήθηκαν στον κατάλογο της Βιβλιοθήκης και μπορεί κάποιος να τα δανειστεί. Ο κωδικός ΠΟΛ δηλώνει τη συλλογή βιβλίων Αλέξη Πολίτη στον κατάλογο της Βιβλιοθήκης – πολλά από αυτά σπάνια, που τα βρήκε ψάχνοντας σε παλαιοβιβλιοπωλεία στην Αθήνα, το Παρίσι και το Ρέθυμνο. Ήμουνα πολύ τυχερός που μέναμε δίπλα. Του τηλεφωνούσα: έχεις το τάδε βιβλίο; Ναι, έλα να το πάρεις.

Ο Αλέξης ήξερε καλά ότι για τη διάδοση της γνώσης είναι απαραίτητη η δημιουργία υποδομών που επιτρέπει να βρει κανείς εύκολα ό,τι τον ενδιαφέρει. Ο Αλέξης συνέταξε περί τις 20 θεματικές βιβλιογραφίες και βάσεις δεδομένων, τις οποίες ανάρτησε στον ιστότοπο της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης ώστε να είναι προσβάσιμες σε όλους. Παλαιότερα είχαν αναρτηθεί και στο Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης, όμως με την αλλαγή της κυβέρνησης το 2019 κατέβηκαν. Οι βάσεις αυτές ήταν αποτέλεσμα των δελτίων που κρατούσε για τα δικά του ενδιαφέροντα, αλλά θεωρούσε ότι έπρεπε να γίνουν κτήμα των πολλών. Τις ανανέωνε κάθε τόσο με συμπληρωματικά στοιχεία. Σημαντικότερες και εκτενέστερες: το Εγχειρίδιο του Νεοελληνιστή, ένας χρηστικός οδηγός για όποιον ασχολείται με τις νεοελληνικές σπουδές (τελευταία έντυπη έκδοση, το 2011, ενώ στη συνέχεια αναπτύχθηκε ως συνεχώς εμπλουτιζόμενη ψηφιακή συλλογή στον ιστότοπο της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης), και η Νεοελληνική Προσωπογραφία (με βιογραφικές και βιβλιογραφικές πληροφορίες για ελάσσονα κυρίως πρόσωπα της νεοελληνικής ιστορίας, τελευταία ηλεκτρονική έκδοση: 2022, 552 σελίδες). Εμπνεύστηκε ακόμη τις βάσεις δεδομένων Ανταίος, Καλλιρόη και Νεοελληνιστής, ενώ υπήρξε βασικός συντελεστής της Ανέμης, της πρώτης και μεγαλύτερης ελληνικής συλλογής ψηφιοποιημένων βιβλίων.

Ο Αλέξης, με πολλαπλούς τρόπους και από πολλά μετερίζια, αποτέλεσε ένα από τους σημαντικότερους στυλοβάτες της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης, ακόμη και με το παράδειγμα της σχεδόν καθημερινής του παρουσίας στη Βιβλιοθήκη (συνήθως στην αίθουσα των σπάνιων βιβλίων)· τον θυμάμαι να αναζητά κείμενα, να ψαχουλεύει τα βιβλία, να κουβεντιάζει με φοιτητές (που μπορεί και να μην γνώριζε) και να τους παραπέμπει σε βιβλία.

Ο Αλέξης ήταν δάσκαλος μέσα και έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες. Έδινε διαλέξεις όπου τον καλούσαν: σε φοιτητικές ομάδες, σχολεία, τοπικούς και άλλους συλλόγους. Και δεν σταμάτησε ποτέ να είναι δάσκαλος. Συνέχισε και μετά τη συνταξιοδότησή του να κάνει σεμινάρια στη Φιλοσοφική του ΠΚ ως ομότιμος καθηγητής, ενώ έκανε διαδικτυακά μαθήματα στο Mathesis. Τον ενδιέφερε να κάνει προσιτή τη λογοτεχνία, ιδιαίτερα την ποίηση που θεωρείται δυσκολότερα προσεγγίσιμη, στο ευρύ κοινό. Τα μαθήματα που έκανε στο πανεπιστήμιο αλλά και αυτά στο Mathesis είχαν αυτόν τον στόχο. Ο τίτλος των μαθημάτων στο Mathesis είναι αποκαλυπτικός: «Η ποίηση ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει. Πέντε μαθήματα με στόχο τη λίγο καλύτερη κατανόηση της ποίησης». Αν ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε ποιήματα για να προσοικειώσει την ποίηση στον λαό, ο Αλέξης έκανε το αντίστροφο: προσέφερε στους φοιτητές του ένα μάθημα για την ποίηση του Διονύση Σαββόπουλου, δείχνοντας ότι και οι στίχοι τραγουδιών μπορεί να είναι ποίηση. Ρηξικέλευθη κίνηση για την εποχή που το έκανε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Μπορεί τα opera magna του Αλέξη να είναι Το δημοτικό τραγούδι (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2010) και Η ρομαντική λογοτεχνία στο εθνικό κράτος 1830-1880 (ΠΕΚ, 2017). Όμως το πιο χρηστικό, λειτουργικό και ευπώλητο βιβλίο του είναι τα Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες, και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, ένα μικρό, ευσύνοπτο, πολύ καλογραμμένο βιβλίο, μια συνοπτική ιστορία των ιδεολογιών και των νοοτροπιών της Ελλάδας της εποχής του ρομαντισμού, που λειτουργεί εξαιρετικά ως εισαγωγή στην ιστορία της Ελλάδας του 19ου αιώνα για το ευρύ κοινό και ως εγχειρίδιο για τους φοιτητές, βιβλίο που προέκυψε από τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις και αποτελεί απόσταγμα της διδακτικής του εμπειρίας. Μια άλλη σημαντική προσφορά του Αλέξη στους φοιτητές αλλά και στην ερευνητική κοινότητα είναι το άρθρο του «Υποσημειώσεις και παραπομπές» [Μνήμων, 12 (1989), σελ. 173-182, και σε ανάτυπο] που εκδόθηκε και ως μικρό βιβλιαράκι 32 σελίδων από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το 1998 (τρέχουσα έκδοση: 2008). Το κείμενο αυτό είχε διπλό στόχο: αφενός να διδάξει τους φοιτητές την αξία και τον τρόπο γραφής των υποσημειώσεων και αφετέρου να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός ενιαίου και κοινώς αποδεκτού τρόπου σύνταξης των παραπομπών, ώστε να διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των επιστημόνων και την κατανόηση του κειμένου από τους αναγνώστες. Πρόκειται για ένα κείμενο που μπορεί να μην αξιολογείται στο βιογραφικό του ως αυστηρά επιστημονική δημοσίευση, αλλά αποτελεί ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο που απευθύνεται και αφορά ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα. Ένα κείμενο στο οποίο ανέτρεξα πάρα πολλές φορές στα πρώτα χρόνια των συγγραφικών μου προσπαθειών.

Δεν είχα παρακολουθήσει ποτέ μάθημά του, όμως και από τις διαλέξεις του φαινόταν η εξαιρετική αφηγηματική του ικανότητα. Μολονότι είχε πάντα γραπτό κείμενο, η ομιλία του έρρεε και σε συνέπαιρνε. Είχε την ικανότητα να αναλύει δύσκολα νοήματα με απλά λόγια ή δίνοντας κατατοπιστικά παραδείγματα. Ίσως η πιο διαφωτιστική και ευκόλως κατανοητή διατύπωση της έννοιας της προνεωτερικής ταυτότητας των Ρωμιών είναι η ακόλουθη: «αν ένας [ορθόδοξος χριστιανός] νησιώτης στην Τήνο ή την Σαντορίνη, για παράδειγμα, παντρευόταν μια συγχωριανή του καθολικού δόγματος, έπαιρνε μια ‘ξένη’, αν παντρευόταν μια βουλγάρα στη Μακεδονία ή τη Θράκη, ή μια Ρωσίδα στη Μόσχα όπου εμπορευόταν, έπαιρνε ‘δικιά μας’». Την αντλώ από μια ομιλία του Αλέξη δημοσιευμένη σε ένα τοπικό περιοδικό του Συλλόγου Φιλολόγων Νομού Ρεθύμνου: Αναζητήσεις, τχ. 9-10 (2003), σελ. 147-151. Τα κείμενά του Αλέξη είχαν την αμεσότητα του προφορικού και τη σαφήνεια του γραπτού λόγου.

Ο Αλέξης ήταν βαθιά πολιτικό ον. Για τούτο παρενέβαινε συχνά στο δημόσιο χώρο, έγραφε σε εφημερίδες και περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας. Μέχρι το 2010 έγραφε συχνά στην Αυγή, αλλά και στον Πολίτη, το Αντί, την Εποχή, το Διαβάζω, την Αριστερά Σήμερα. Μετά το 2010 έγραφε κυρίως στην Καθημερινή, Τα Νέα, Το Βήμα, στο The Books’ Journal. Ο Αλέξης είχε έναν μεγάλο ιδεολογικοπολιτικό εχθρό, τον εθνικισμό. Πολλά από τα άρθρα του στον τύπο αφορούν άμεσα ή έμμεσα την εθνική ιδεολογία. Ανάμεσά τους μια σειρά δημοσιευμάτων που είχαν στόχο την αποδόμηση των εθνικών μύθων και τη διερεύνηση της δημιουργίας και της διάδοσής τους, με σημαντικότερα αυτά για το Κρυφό σχολειό, για τον χορό του Ζαλόγγου, για τις αλλαγές στην πρόσληψη του τραγουδιού της Αγιά Σοφιάς, για τον θρύλο των μισοτηγανισμένων ψαριών στο Μπαλουκλή, για τον Αθανάσιο Διάκο, αλλά και μύθων της Αριστεράς, όπως το Κιλελέρ.

Από τα νιάτα του είχε ενταχθεί στον χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς. Τον ενδιέφερε κυρίως η διεύρυνση των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Διαφωνούσε με τη συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο θεωρούσε ακραίο και επικίνδυνο, ώσπου αποχώρησε με τη ΔΗΜΑΡ το 2010. Στο δημοψήφισμα του 2015 τάχθηκε ακλόνητα με το Ναι. Τάχθηκε όμως αναφανδόν υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών. Τα τελευταία 10-15 χρόνια, αποφεύγαμε να πιάσουμε πολιτική συζήτηση, διότι διαφωνούσαμε και τσακωνόμαστε, συνήθως σε υψηλούς τόνους και με μεγάλη ένταση. Όταν όμως διακόπταμε τον τσακωμό, το ξεχνούσε αμέσως και στο επόμενο λεπτό αλλάζαμε θέμα και συνεχίζαμε να κουβεντιάζουμε σαν να μην είχαμε τσακωθεί, ή μπορεί να θυμόταν να μου πει ότι είχε βρει μια αναφορά για ένα θέμα που μπορεί να με ενδιέφερε.

Ο Αλέξης είχε, και εκ καταγωγής, την αστική ασφάλεια να μην εκλαμβάνει ποτέ τη διαφωνία ως προσωπική αμφισβήτηση. Αλλά, επίσης, είχε την άνεση να ασκεί κριτική, ενίοτε δριμεία, όταν διαφωνούσε ιδεολογικά ή επιστημολογικά, όταν π.χ. θεωρούσε ότι κάποιος ερευνητής παραβίαζε βασικές αρχές της επιστημονικής έρευνας. Θυμάμαι κάποτε στα Σεμινάρια της Ερμούπολης, όταν ακόμη δεν τον γνώριζα καλά, είχε επικρίνει έντονα έναν νεαρό ερευνητή που είχε κάνει μια ανακοίνωση πράγματι αδύναμη. Μου είχε κάνει αρνητική εντύπωση η στάση του· μετά κατάλαβα ότι δεν στρεφόταν εναντίον του ομιλητή αλλά εναντίον του επιβλέποντα καθηγητή του που δεν τον είχε καθοδηγήσει και δεν τον είχε προστατέψει από τις κακοτοπιές. Ο Αλέξης ήταν από τους σχετικά λίγους νεοελληνιστές που δεν δίσταζε να δημοσιεύσει αρνητικές βιβλιοκρισίες, ήδη από νεαρή ηλικία, όταν δεν ήταν ακόμη αναγνωρισμένος ερευνητής. Το 1976 και 1977 είχε δημοσιεύσει δύο αρνητικές βιβλιοκρισίες για τον ΙΑ΄ και ΙΒ΄ τόμους της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, μολονότι στον πρώτο από τους δύο τόμους είχε γράψει και ο ίδιος ένα κεφάλαιο. Δεν δίσταζε όμως να παραδεχθεί και τις δικές του ερευνητικές παραλείψεις και ερμηνευτικές αδυναμίες: στη δεύτερη έκδοση των Κλέφτικων (1981) περιέλαβε μια σημείωση στην οποία αναγνώριζε την ορθότητα της σχετικής βιβλιοκρισίας του Σπύρου Ασδραχά και την άγνοιά του για ορισμένες μελέτες του Έρικ Χομπσμπάουμ και του Ασδραχά γύρω από το ζήτημα της ληστείας, τις οποίες αν γνώριζε δήλωνε ότι θα είχε γράψει πολύ διαφορετικά τη δική του μελέτη.

Του άρεσε πολύ η κουβέντα, τον ζωογονούσε. Του τηλεφωνούσα για να τον ρωτήσω κάτι και πιάναμε κουβέντα που μπορεί να κρατούσε και ολόκληρη ώρα. Του άρεσε η παρέα, το κόκκινο κρασί, το τσιγάρο, πάντα άφιλτρα. Σταδιακά περιόρισε το κάπνισμα στα 10, αργότερα στα 7 και στα 5 τσιγάρα την ημέρα, μάλιστα τηρώντας τον περιορισμό με αυστηρή πειθαρχία, ώσπου το έκοψε εντελώς τα τελευταία χρόνια. Όμως, παρά τη διακοπή, όταν τύχαινε να δειπνήσουμε μαζί, μου έκανε πάντα τράκα ένα τσιγάρο.

Ονομαστά έχουν μείνει τα πάρτι που διοργάνωναν με την Αγγέλα και τη Νέλλη, τη μητέρα της, επί δεκαετίες κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς στο όμορφο μοντέρνο σπίτι της Αγίας Παρασκευής στην Αθήνα. Δεκάδες καλεσμένοι από διάφορους χώρους της διανόησης και της τέχνης, αναμμένο τζάκι, άφθονο φαγητό και ποτά, γλυκά ρεφενέ, βασιλόπιτα, κουβέντες ανά τρεις και πέντε, μουσική και χορός, μέχρι το ξημέρωμα. Και με την σταθερή παρουσία του Αλέκου Αργυρίου και του αδελφού του Αλέξη, Νίκου. Στο Ρέθυμνο, συχνά με την Αγγέλα καλούσαν τα βράδια σπίτι τους σε δείπνο φίλους και γνωστούς, ή και απλώς νέους συναδέλφους για να τους γνωρίσουν, να κάνουν παρέα, να πιουν μια ρακή ή ένα κρασί. Μιλούσε ως ίσος προς ίσον με οποιονδήποτε και οποιανδήποτε, καθηγητή ή φοιτητή, υπάλληλο ή εργάτη, σπουδαγμένο ή μη. Δεν είχε την οίηση του διανοούμενου ή του μέλους μιας μεγάλης και ιστορικής αστικής οικογένειας. Συχνά, εκείνες τις βραδιές, ο Αλέξης αφηγείτο παλιά περιστατικά, ανεκδοτολογικά εκ πρώτης όψεως, αλλά στην πραγματικότητα πολύ διαφωτιστικά για ανθρώπους, καταστάσεις και εποχές, που άνοιγαν παράθυρα που συχνά δεν τα είχες φανταστεί. Συνήθως μαγείρευε ο Αλέξης. Μαγείρευε εξαιρετικά με τα βρισκούμενα.

Διότι, ο Αλέξης δεν ήταν μονάχα διανοούμενος. Δεν υποτιμούσε καθόλου τη χειρωνακτική εργασία. Ήξερε και μάζευε χόρτα (τον θυμάμαι, σε παραλίες που πηγαίναμε για μπάνιο, να μαζεύει κρίταμο στα βράχια). Ψώνιζε κάθε εβδομάδα στη λαϊκή. Κλάδευε τα δέντρα στην αυλή του, πότιζε τις αυτοσχέδιες γλάστρες του. Μαστόρευε, πιάνανε τα χέρια του, προσπαθούσε να επιδιορθώσει ό,τι χάλαγε στο νοικοκυριό και συνήθως το κατάφερνε, είχε μάλιστα σχεδιάσει ορισμένα έπιπλα του σπιτιού τους (μικρά τραπέζια και βιβλιοθήκες).

Ήταν έμπρακτα ένθερμος οικολόγος: είχε δημιουργήσει έναν δικό του αυτοσχέδιο, οικιακό μηχανισμό κομποστοποίησης όπου έβαζε τα υπολείμματα από τα λαχανικά και τα φρούτα που καθάριζε και γόπες από άφιλτρα τσιγάρα. Έκανε οικονομία στο πλαστικό και το χαρτί: όταν καμιά φορά μου ζητούσε να του εκτυπώσω κάτι, μου εφιστούσε την προσοχή: η εκτύπωση να γίνει στην πίσω όψη χρησιμοποιημένου χαρτιού.

Τον είχα δει το προηγούμενο βράδυ του θανάτου του. Έδειχνε καλά. Το πρωί που τον πήρε το ασθενοφόρο δεν φανταζόμουν ότι μετά από μια ώρα θα έπεφτε σε κώμα και το βράδυ θα έχανε τη μάχη με τον Χάρο. Ήταν ακόμη απίστευτα ενεργός και σχεδίαζε πολλά ακόμα κείμενα να γράψει.

Απρίλιος 2026

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Θυμίζουμε και το μικρό αφιέρωμα του περιοδικού μας στον Αλέξη Πολίτη. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

 

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη