Adela Zamudio
(Κοτσαμπάμπα, Βολιβία, 11 Οκτωβρίου 1854 – 2 Ιουνίου 1928)
Μετάφραση – παρουσίαση: Λούνα Σιμάτου
Πρωτοπόρος φεμινίστρια, εκπαιδεύτρια, κοινωνική και ρηξικέλευθος ακτιβίστρια, η Αντέλα Σαμούδιο γεννήθηκε το 1854 στην Κοτσαμάμπα, στις ενδο-ανδινικές κοιλάδες του κέντρου της Βολιβίας, μέσα σε μία εύπορη –και ιδιαίτερα καθολική– οικογένεια. Ξεκίνησε να γράφει σε πολύ νεαρή ηλικία. Σε ηλικία δέκα τεσσάρων ετών δημοσίευσε τα πρώτα της ποιήματα σε κάποια ένθετα μικρής διανομής, υπογράφοντας με το ψευδώνυμο Σολεδάδ. Μία δεκαετία αργότερα, ήρθε η ευρύτερη αναγνώρισή της καθότι ξεκίνησε να δημοσιεύει σε ένα έντυπο σπουδαιότερο και ευρύτερης κυκλοφορίας: στην εφημερίδα Heraldo de Cochabamba. Οι δημοσιεύσεις της, ωστόσο, δεν περιορίζονταν σε ποιήματα· η Σαμούδιο έγραφε επίσης άρθρα με θέμα την καθημερινότητα, θέματα αντιπαράθεσης. Το ψευδώνυμο –Σολεδάδ– παρέμεινε ως υπογραφή σε ορισμένα από τα κείμενα της, και μόνη και ανύπαντρη –κατά προσωπική της βούληση– η Αντέλα Σαμούδιο έζησε έτσι όλη της τη ζωή.
Πολλά από εκείνα τα κείμενα κατέκριναν την έμφυλη προκατάληψη εναντίον των γυναικών και απεκάλυπταν ιδέες προοδευτικές και επαναστατικές, ιδέες που έσκαγαν σα χειροβομβίδες στην συντηρητική βολιβιανή κοινωνία της εποχής· μία κοινωνία που την αγνοούσε, την αποξένωνε και την πολεμούσε.
Θύμα της έμφυλης προκατάληψης είχε πέσει και η ίδια από πολύ μικρή ηλικία. Είχε σπουδάσει στο καθολικό σχολείο του Σαν Αλμπέρτο, στη γενέτειρα της, φτάνοντας όμως μόλις μέχρι το τέταρτο έτος της πρωτοβάθμιας, δεδομένου ότι, εκείνους τους καιρούς, εκείνο ήταν το υψηλότερο επίπεδο της νομοθετικά ρυθμισμένης εκπαίδευσης στο οποίο είχαν πρόσβαση οι γυναίκες στη Βολιβία.
Οι δυσκολίες αυτές δεν στάθηκαν εμπόδιο για τη Σαμουδίο. Μόνη, χωρίς δάσκαλο, αυτοδίδακτη και απίστευτα αφοσιωμένη μελετήτρια, κατέληξε καθηγήτρια στο ίδιο της το σχολείο και χρηματοδότησε πολλά εκπαιδευτικά ιδρύματα, ανάμεσα στα οποία και μια ακαδημία Καλών Τεχνών και ένα Λύκειο Θηλέων.
Τα δύο ποιήματα, «Να γεννιέσαι άνδρας» και «Όταν είσαι με μία γυναίκα», φαντάζουν πολύ πιο μπροστά από την εποχή τους. Διαπραγματεύονται θέματα καθημερινά, τόσο πραγματικά, ακόμη και στις μέρες μας, όπως η πατριαρχική κοινωνία, η ανδρική σοβινιστική βία, η στέρηση των γυναικείων δικαιωμάτων…
Το 1903 η Αντέλα Σαμούδιο εκδίδει στο Παρίσι τη συλλογή ποιημάτων με τον τίτλο Ráfagas. Στη συγκεκριμένη περιλαμβάνεται το ποίημα «Quo vadis?», ένα ποίημα που εξιστορεί τη συνάντηση της ποιήτριας με μία θεία εμφάνιση, τον Ιησού Χριστό, ο οποίος κατακεραυνώνει τις κοινωνικές ανισότητες και την υποκρισία της Εκκλησίας.
Στο τέλος της έντονης και επαναστατικής ζωής της, η Σαμούδιο τιμήθηκε και επίσημα. Τον Μάιο του 1926, δύο χρόνια πριν τον θάνατο της, ο τότε πρόεδρος της Βολιβίας, Ερνάντο Σίλες Ρέγιες, την αναγνώρισε κατά τη διάρκεια μίας δημόσιας τελετής στην Κοτσαμπάμπα ως την κορυφαία εκφραστή του πολιτισμού της χώρας της. Ακόμη, μισό αιώνα μετά τον θάνατο της ποιήτριας, η τότε πρόεδρος Λίδια Γειλέρ Τεχάδα όρισε την 11η Οκτωβρίου (ημέρα γενεθλίων της Σαμούδιο) ως την εθνική εορτή της Ημέρας της Γυναίκας.
Η Αντέλα Σαμούδιο πέθανε στη γενέτειρα της, Κοτσαμπάμπα, στις 2 Ιουνίου 1928. Ήταν 73 ετών. Στο μνήμα της, στο Κοιμητήριο της πόλης, τοποθετήθηκε μία επιγραφή με τους εξής στίχους, γραμμένους από το χέρι της:
Πετώ για να κατοικήσω στο παραμελημένο αστέρι
Ελεύθερη τώρα από το βάσανο της ύπαρξης,
Εκεί σας περιμένω· μέχρι να ακολουθήσετε τα χνάρια μου
***
ΝΑ ΓΕΝΝΙΕΣΑΙ ΑΝΔΡΑΣ
Πόσο δουλεύει εκείνη
Για να διορθώσει την ατζαμοσύνη
Του συζύγου της, και στο σπίτι,
(Επιτρέψτε μου να ταραχθώ)
Τόσο αδρανής όσο κουτός,
Συνεχίζει εκείνος να είναι η κεφαλή,
Γιατί είναι άνδρας!
Αν κάποιους στίχους γράψει,
Κάποιου άλλου στίχοι θα είναι,
Εκείνη απλά τους υπογράφει.
(Επιτρέψτε μου να ταραχθώ).
Αν αυτός ο κάποιος δεν είναι ποιητής,
Προς τί η εικασία;
Γιατί είναι άνδρας!
Μία γυναίκα μορφωμένη
Στις εκλογές την ψήφο της δεν επιτρέπεται να ρίχνει,
Αλλά μπορεί ο κάθε μπούφος, και ακόμη παρακάτω μας ρίχνει.
(Επιτρέψτε μου να ταραχθώ).
Αρκεί ένα Χ στο χαρτί να ξέρει να γράφει
Και μπορεί να ψηφίσει ο κάθε βλαμμένος,
Γιατί είναι άνδρας!
Εκείνος μελαγχολεί και πίνει και τζογάρει.
Σ’ ένα κορώνα ή γράμματα της τύχης:
Εκείνη υποφέρει, πολεμά και ικετεύει.
(Επιτρέψτε μου να ταραχθώ).
Γιατί εκείνη χαρακτηρίζεται το «αδύναμο φύλο»
Κι εκείνος χαρακτηρίζεται το «δυνατό».
Γιατί είναι άνδρας!
Εκείνη οφείλει να συγχωρεί
Του συζύγου της όλες τις απιστίες·
Μα εκείνος μπορεί να εκδικηθεί.
(Επιτρέψτε μου να ταραχθώ).
Σε ένα ανάλογο σενάριο
Εκείνος μπορεί μέχρι και φονικό να διαπράξει,
Γιατί είναι άνδρας!
Ω, θνητέ προνομιούχε,
Πόσο τέλειος και ολοκληρωμένος
Απολαμβάνεις ασφαλή καταξίωση!
Όπως και να έχει, γι’ αυτόν τον σκοπό
Σου είναι αρκετό.
❧
ΚΥΚΝΟΣ
Είμαι το άνθος που κουλουριάζεται στο μίσχο του
Γιατί υποφέρει κρατώντας στον κόρφο του
Από ένα σκουλήκι το δηλητήριο κρυφό
Που την οικτρή μου ύπαρξη καταβροχθίζει ·
Από ένα σκουλήκι το δηλητήριο κρυφό
Που την οικτρή μου ύπαρξη καταβροχθίζει!
Πόση λύπη χωράει μέσα σε μία ανάμνηση.
Ξεχνώντας τη θλίψη ηρεμεί,
Εάν η λήθη είναι η ανάπαυση της ψυχής,
Μα η ψυχή μου δεν μπορεί να κοιμηθεί…
Εάν η λήθη είναι η ανάπαυση της ψυχής,
Μα η ψυχή μου δεν μπορεί να κοιμηθεί!
Παρερμηνευμένος ως βαθιά στεναχώρια
Ο πόνος ζωγραφίζεται στο μέτωπό μου,
Πόσο πικρή είναι η παρούσα μου ζωή,
Πόσο πικρό θα ʼναι άραγε το μέλλον.
Πόσο πικρή είναι η παρούσα μου ζωή,
Πόσο πικρό θα ʼναι άραγε το μέλλον!
Είμαι ο κύκνος που πένθιμα τραγουδά
Το άσμα του θανάτου, αναμένοντας εκείνη τη στιγμή
Εγώ που κλαίγοντας έχω περάσει όλη μου τη ζωή
Θέλω στον θάνατο τουλάχιστον να πάω μ’ ένα τραγούδι.
Εγώ που κλαίγοντας έχω περάσει όλη μου τη ζωή
Θέλω στον θάνατο τουλάχιστον να πάω μ’ ένα τραγούδι!
❧
ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ
Σαν έναν αντίλαλο χαμένο στο διάστημα
Σαν ένα ίχνος στα βάθη των θαλασσών,
Έχει σβηστεί στην καρδιά της λήθης
Το ίχνος από τις βαθιές σου λύπες.
Ταπεινή κατοικία σου χάρισε ανάπαυλα
Ύστερα από μια ζωή δύσκολη και μοναχική!
Καταραμένο το μνήμα στο οποίο αναπαύονται
Τα λείψανά σου χωρίς ουδένα άνθος, ούτε καν μια προσευχή!
Αγνοώντας τον πόνο και την παραίτησή σου
Το πλήθος στο διάβα σου περνούσε
Όπως περνούν της ρεματιάς τα ύδατα
Δίπλα από το λουλουδάκι που τρέμει στην ακτή.
Το πιο δυστυχισμένο όν θα βρει στον κόσμο
Της αγάπης και της φιλίας δεσμούς ιερούς
Μα εσύ… μήτε δάκρυ φιλεύσπλαχνο
Δεν έπεσε στον θρυμματισμένο κρόταφό σου απάνω!
Φτωχέ τρελέ! Νόμισες μες στις χίμαιρές σου
Πως, σαν έσβησε των ματιών σου το φως,
Έπεφτες στον πυθμένα της αβύσσου
Για να αναπαυθείς στο γαλήνιο σκοτάδι.
Πού είναι ο πυθμένας αυτής της αβύσσου, πού;
Ποιος αγγίζει το όριο του αιωνίου;
Ψέματα! Η ψυχή ακολουθεί το πεπρωμένο της
Στις ελπίδος το αθάνατο μονοπάτι.
Σε ξελόγιασε η δόλια ηρεμία
Του ψυχρού μνήματος κρεβατιού
Στο οποίο, του κουρασμένου προσκυνητή
Το σάβανο από σκόνη καταρρέει·
Πόσα απαρηγόρητα βάρη, πόσα,
Με το θνητό τους βάρος σε έχουν καταπλακώσει
Μέχρι να σου ραγίσουν την καρδιά
Και να σε ωθήσουν
Σε μία τόσο βάρβαρη έκρηξη!
Πού είναι ο Θεός; Θα απαντήσει άραγε στη σκέψη
Της ψυχής που τον ικετεύει, αβάσταχτα πονεμένη,
Ή μήπως είναι ο άνθρωπος ένα σκουληκάκι εγκαταλελειμμένο
Που σέρνεται μες τη λάσπη της ζωής;
Σιωπή! Κι ας σπεύσουμε προς τα μπροστά
Ωσότου βρούμε κάποιαν ευνοϊκότερη γη
Όπου θα αποκαλύπτονται στην ανθρώπινη λογική
Τα απόκρυφα του καλού και της δικαιοσύνης.
Αδιάφορο στο μυστικό των βασάνων σου
Το άοκνο πλήθος, σοκαρισμένο,
Έβλεπε στο πρόσωπο σου μοναχά τη μαυρίλα
Εκείνου του βίαιου σημαδιού του αποστάτη·
Και όλοι όσοι αφήνουν άνθη σεμπρεβίβας
Στη γαλήνια έπαυλη κάποιου αγαπημένου προσώπου
Θα δουν στο μνήμα σου μοναχά να φυτρώνει
Την καταραμένη βάτο της λήθης.
Και ποτέ, μα ποτέ, στις πιο ιερές ώρες,
Από την τεθλιμμένη αύρα σε ξέφρενη πτήση,
Δεν θα ξεφύγει ο σιωπηλός αναστεναγμός
Που θα ακολουθήσει τη μνήμη σου στον Ουρανό.
Μα το μυστηριώδες ον που συγκρατεί
Του πόνου και της ενοχής τη ζυγαριά,
Θα δείξει έλεος στο μίζερο παράφρονα
Που τυφλώθηκε από το φως της ελπίδας.
Στο όνομα της ακαταμάχητης Εξουσίας
Που σκοτίζει με βάσανα τη ζωή μας,
Γονατίζω μπροστά στον Θεό με μέτωπο ταπεινό
Και υψώνω μια προσευχή στον αυτόχειρα!
❧
QUO VADIS?
Μόνη, στην απέραντη ερημιά του κόσμου,
Μόνη με τον πόνο μου,
Στο όριο του, σε βαθύ λήθαργο,
Παρατηρώ την ανύψωση μιας ουράνιας λάμψης:
Είναι Εκείνος! Παρουσία εκτυφλωτική
Με πρόσωπο χλωμό και γλυκό,
Που πλησιάζει, με το προστατευτικό δεξί χέρι
Ως ένδειξη ευλογίας και ειρήνης.
Σκύβω μπροστά Του το πρόσωπό μου γεμάτο πόνο
Τρέμοντας με στοργή και φόβο
Και, συγκινημένη, ξεσπώ:
Πού πηγαίνεις, Κύριε;
Η Ρώμη που οι μάρτυρές σου γνώρισαν
Ανάμεσα σε φοβερές ικεσίες να πέφτει
Είναι σήμερα αυτό που οι Καίσαρες αδημονούσαν:
Εμπόριο κομψότητας και απόλαυσης.
Εκεί βρίσκεται ο Πέτρος. Ο ψαράς που κάποτε
Πρόβλεψε την φτώχεια και την ταπεινότητα
Καλυμμένος με πολύτιμους λίθους
Ασκεί την εξουσία και το μεγαλείο του.
Σφοδρός μιμητής των Παγανιστών,
Ο Ιεροεξεταστής
Έριξε στ’ όνομα σου τους αδελφούς του στην πυρά…
Πού πηγαίνεις, Κύριε;
Πέρα στους ναούς σου όπου οι εκκλησιαζόμενοι κυριαρχούν
Τί βρίσκεται στο βάθος; Κέρδος ή ματαιοδοξία.
Πόσο λίγοι εκείνοι που με πίστη αγνή και αληθινή
Σε λατρεύουν πραγματικά και με όλη τους την καρδιά!
Ο κόσμος με το αίμα σου λυτρωμένο,
Είκοσι χιλιάδες χρόνια από τα πάθη σου μετά,
Είναι σήμερα πιο δυστυχισμένος, πιο διεστραμμένος,
Πιο παγανιστικός κι από την εποχή του Νέρωνα.
Μπροστά στον ναό της ακάθαρτης Θεότητας,
Ιδεωδών ορφανή, η Νιότη
Παρουσιάζεται ενάντια στην αγάπη της ψυχής
Διακηρύττοντας την απόλαυση ως αρετή.
Οι παλιές βαρβαρότητες που επιβιώνουν
Αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου τ’ όνομά τους μονάχα·
Η σκλαβιά, ακόμη και το βασανιστήριο παραμένουν
Και είναι ψέμα πρόστυχο η ισότητα.
Σ’ ένα αιώνιο πεδίο μάχης, καταπιεστές και καταπιεσμένοι!
Από τη μία, ο πλούτος και η εξουσία,
Από την άλλη, η μιζέρια και οι φοβέρες της·
Και παντού ολόγυρα, η φαυλότητα… Σήμερα όπως κι εχθές.
Σήμερα όπως κι εχθές, οι Λαοί της γης
Προετοιμάζονται για επίθεση και προδοσία,
Και το τέρας του πολέμου υψώνει θριαμβευτικά
Το λάβαρο της σύγχυσης και του εκφοβισμού.
Τυφλή, θανάσιμη, η ανθρωπότητα κατακρημνίζεται
Στα Λημέρια της ανηθικότητας και της αμαρτίας.
Και αμφιβάλλει, τρομοκρατημένη από τον ίδιο της τον εαυτό…
Πού πηγαίνεις, Κύριε;
❧
ΣΑΝ ΕΙΣΑΙ ΜΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Σαν είσαι με μία γυναίκα,
Κάνε της έρωτα, όχι απλά ένα πήδημα.
Πες της ότι την αγαπάς, ότι είσαι τρελός και παλαβός για εκείνη.
Μην τη φιλάς απλά και μετά να εισχωρείς μέσα της διαμιάς.
Φίλα το κορμί της ολόκληρο,
Περιπλανήσου στις γωνιές του.
Εξερεύνησε με τα χείλη σου όλα όσα τα ρούχα κρατούν μυστικό.
Πόθησε με όλες σου τις δυνάμεις την ικανότητα να την κάνεις δική σου.
Να είσαι τρυφερός και προσεκτικός πριν το κάνεις
Έτσι ώστε να μην υπάρξουν τύψεις.
Να είσαι γλυκός και τρυφερός, έτσι ώστε να είναι σχεδόν τέλειο.
Όμως, πάνω απ’ όλα, να την αγαπάς βαθύτατα,
Γιατί η αγάπη είναι σεβασμός,
Και σαν σέβεσαι την αιτία των πραγμάτων,
Την αιτία της παράδοσής της,
Μόνο τότε είναι πραγματικός ο έρωτας.
❧
ΚΑΛΠΑΣΜΟΣ
Εκεί μακριά, το παράξενο φως
Που διασχίζει τη νύχτα, και ακόμη πιο παράξενο
Το φως των ποιημάτων, αυτός ο χώρος
Τόσο μικρός, που φωτίζει προς τα μέσα
Και μας διατρυπά. Σαν η απόσταση
Που μετά βίας υπολογίζουμε,
Να αφηνιάζει, να ξεσπά σε φυγή,
Παρασέρνοντάς μας προς τα έξω,
Μακριά απ’ όλα.
Μακριά.
Θυμίζει τον πόθο
Του να είμαστε εμείς, ναι, ο εαυτός μας
Εδώ και τώρα· αλλά δεν υπάρχει τίποτα
Δεν υπάρχουν ψυχές.
Υπάρχουν ρολόγια
Παλαιωμένα με αδύνατα χεράκια
Μανιακά, και νωχελικά χρυσά βαρίδια
Κρεμάμενα σα περιδέραια στο στήθος σου.
Σα μία απεραντοσύνη που μας περιβάλλει
Παράλογη, και μας συρρικνώνει σε ένα τίποτα
Εγκαταλείποντας το δικό της.
Η μοναξιά είναι τυφλή και είναι αδάμαστη.
Πιάσε στα χέρια σου την ανακατεμένη χαίτη της
Και κρατήσου γερά.
❧
ΔΙΑΣΠΟΡΑ
Τα ποιήματα που ποτέ δεν θα γράψω
Μετατράπηκαν σε καπνό
Ελικοειδή κι επιδοκιμαστικό
Γιατί δεν εξαφανίζονται· διαχέονται.
Καπνός λευκός ξένων καμινάδων
Γεμάτος ποιήματα πάσης φύσεως χρωμάτων.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








