Στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, ο Οιδίποδας του Ρόμπερτ Άικ μεταφέρει την αρχαία τραγωδία στη σκοτεινή σκηνή της σύγχρονης πολιτικής. Κοστούμια, φώτα νέον, η γλώσσα της εξουσίας. Ο άνθρωπος που ψάχνει να σώσει την πόλη ενώ είναι ο ίδιος η νόσος της. Ο ηγέτης που κυνηγάει το φως ενώ κουβαλάει το σκοτάδι μέσα του.
Αλλά όσο βλέπεις την παράσταση, ένα ερώτημα αρχίζει να σε στοιχειώνει – ένα ερώτημα που η ίδια η τραγωδία δεν επιλέγει να θέτει, αλλά που η σύγχρονη ανάγνωση του Άικ αφήνει να επιπλεύσει: Τι θα γινόταν αν δεν τελείωνε έτσι; Αν η Ιοκάστη δεν έδενε τον κρίκο στο λαιμό της; Αν ο Οιδίποδας δεν «έσκαβε» τα μάτια του; Αν, αντί για την κάθαρση της τραγωδίας, επέλεγαν το πιο τρομακτικό: να συνεχίσουν; Να ξυπνούν μαζί. Να κυβερνούν. Να μεγαλώνουν τα παιδιά-αδέρφια. Να τρώνε το ίδιο ψωμί. Να κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι. Γνωρίζοντας.
Το ενδιαφέρον με την παράσταση του Άικ δεν είναι απλώς η σκηνογραφία ή η γλώσσα. Είναι ότι φέρνει τον Οιδίποδα τόσο κοντά στον κόσμο μας, που το ερώτημα της επιβίωσης γίνεται αναπόφευκτο: Τι σημαίνει να ζεις όταν δεν υπάρχει έξοδος;
Η παγίδα της εξιλέωσης
Το θέατρο μας έδωσε την ψευδαίσθηση ότι η επιβίωση έχει σχήμα τραγωδίας. Αμάρτησες; Πλήρωσε. Έκανες το φρικτό; Τιμωρήσου και φύγε. Η Ιοκάστη αυτοκτονεί, ο Οιδίποδας αυτοτυφλώνεται, κι εμείς που καθόμαστε στις θέσεις μας στωικά, παίρνουμε την ανακούφισή μας: η δικαιοσύνη εκπληρώθηκε, η κάθαρση ήρθε, τώρα μπορούμε να γυρίσουμε σπίτι.
Αλλά η ζωή δεν έχει αυλαία που να πέφτει.
Αυτό είναι που η παράσταση σε οδηγεί να σκεφτείς: Τι θα γινόταν αν ο Οιδίποδας δεν έφευγε; Αν έμενε; Τι σημαίνει επιβίωση όταν δεν μπορείς να φύγεις από τη σκηνή; Όταν ξυπνάς και η αλήθεια είναι ακόμα εκεί, δίπλα σου στο μαξιλάρι; Όταν τα παιδιά σου ζητάνε φαγητό και δεν μπορείς να τους πεις «συγγνώμη παιδιά, δεν μπορώ να συνεχίσω»;
Ζούμε με μια περίεργη πεποίθηση: ότι η επιβίωση σημαίνει να πληρώσεις και να εξαφανιστείς. Να υποστείς. Να φύγεις δραματικά. Ο Οιδίποδας που αυτοτιμωρείται και εξορίζεται είναι ευγενής. Ο Οιδίποδας που θα έμενε και θα προσπαθούσε να ζήσει; Αυτός θα ήταν τέρας.
Ή μήπως όχι;
Το σκάνδαλο της συνέχειας
Φανταστείτε το – και αυτό το υποθετικό σενάριο είναι που σε κυνηγάει καθώς βγαίνεις από τη Στέγη: ο Οιδίποδας ξέρει. Η Ιοκάστη ξέρει. Και κάθονται στο πρωινό τραπέζι. Σιωπηλοί. Βαρείς. Με το βάρος του σύμπαντος ανάμεσά τους. Νιώθουν ταυτόχρονα την ανάγκη για συγχώρεση και το δικαίωμα στην κατηγορία. Το ένστικτο να προστατεύσεις και την επιθυμία να καταστρέψεις. Την αγάπη που δεν έχει πού να πατήσει και το μίσος που δεν έχει πού να εκραγεί.
Αυτό θα ήταν το πραγματικό σκάνδαλο. Όχι η αιμομιξία – αυτή ήδη έγινε στον μύθο. Αλλά αυτή η επιλογή να συνεχίσεις παρά την αλήθεια. Να μη δραπετεύσεις στον θάνατο ή στην τύφλωση. Να μείνεις και να αντιμετωπίσεις κάθε μέρα τον εαυτό σου στον καθρέφτη – και την Ιοκάστη στον διπλανό νιπτήρα.
Να φοράς μάσκα στα μάτια των άλλων που εξακολουθείς να κυβερνάς. Και να σου λυγίζουν τα γόνατα κάθε βράδυ που μπαίνεις στο δωμάτιό σου.
Η επιβίωση ως επιλογή
Μας έχουν πείσει ότι η επιβίωση είναι αντανακλαστικό. Ότι απλά συμβαίνει. Ότι είσαι αδύναμος να πεθάνεις οπότε… ζεις. Ψέματα.
Ποιος θα ήταν πιο δυνατός; Αυτός που βγάζει τα μάτια του και γίνεται μύθος; Ή αυτός που τα κρατάει ανοιχτά και βλέπει κάθε μέρα αυτό που έκανε, αυτό που είναι; Η τραγωδία τελειώνει με κάθαρση γιατί αυτό θέλουμε: ένα τέλος. Μια λύση. Μια απελευθέρωση από το αβάσταχτο. Αλλά η ζωή δεν τελειώνει. Συνεχίζεται. Και μαζί της όλα εκείνα που δεν μπορούν να λυθούν.
Υπάρχει μια παράλογη διχογνωμία στο να επιλέγεις να ζεις με κάτι που δεν μπορείς να δεχτείς. Μια διάσπαση που δεν χωράει σε λέξεις. Μια θλίψη που δεν έχει αντικείμενο γιατί το αντικείμενό της είναι η ίδια η ύπαρξη.
Και όμως – στο υποθετικό σενάριο που η παράσταση σε κάνει να φανταστείς: να επιλέγεις. Κάθε μέρα. Να μείνεις. Να ζήσεις με την αντίφαση. Να αγαπάς και να μισείς το ίδιο πρόσωπο. Να είσαι ταυτόχρονα θύμα και θύτης, σωτήρας και καταστροφέας. Να ξυπνάς κάθε πρωί και να επιλέγεις – όχι να ξεχάσεις, αλλά να συνεχίσεις παρά τη μνήμη.
Ο Οιδίποδας που φεύγει τυφλός από τη Θήβα γίνεται μύθος. Ο Οιδίποδας που θα έμενε θα ήταν άνθρωπος. Και η επιβίωση, η πραγματική επιβίωση, δεν είναι το ένστικτο που σε κρατάει ζωντανό. Είναι η συνειδητή επιλογή να συνεχίσεις – ακόμα κι όταν η έξοδος είναι εκεί, ορατή, εύκολη.
Η πολιτική της καθημερινής επιλογής
Όταν ο Άικ μεταφέρει τον Οιδίποδα στη σύγχρονη θεατρική σκηνή, ανοίγει αυτό το ερώτημα: Πόσοι από τους ηγέτες μας ξυπνούν με την αλήθεια τους σαν βάρος και επιλέγουν να υπογράψουν νόμους, να δώσουν συνεντεύξεις, να χαμογελάσουν στις κάμερες;
Και πόσοι από εμάς κάνουμε το ίδιο;
Γιατί δεν είμαστε μόνο θεατές. Είμαστε κι εμείς στη σκηνή. Ζούμε με αλήθειες που δεν μπορούμε να αντέξουμε και δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Με επιλογές που κάναμε και που μας ορίζουν και που μισούμε. Με ανθρώπους που αγαπάμε και που μας καταστρέφουν. Με το σύστημα που μας τρέφει και μας καταπίνει.
Και κάθε μέρα επιλέγουμε να συνεχίσουμε. Όχι γιατί είμαστε ήρωες. Όχι γιατί βρήκαμε την κάθαρση. Όχι καν γιατί δεν έχουμε άλλη επιλογή. Αλλά γιατί η ζωή – η πραγματική ζωή – δεν είναι αυτό που σου συμβαίνει. Είναι αυτό που επιλέγεις να κάνεις με αυτό που σου συνέβη.
Όταν σηκώνεσαι
Η τραγωδία μάς λέει ότι η λύση είναι να φύγεις. Να πληρώσεις. Να κλείσεις τον κύκλο.
Η ζωή – και αυτό είναι που σε κάνει να σκεφτείς η παράσταση – μάς λέει κάτι διαφορετικό: ότι η επιλογή είναι να μείνεις. Να αντέξεις την αντίφαση. Να ζήσεις με το ανυπόφορο. Να ξυπνάς κάθε μέρα δίπλα στην αλήθεια που θα προτιμούσες να μην ξέρεις – και να επιλέγεις να συνεχίσεις. Να νιώθεις ταυτόχρονα απέχθεια και λατρεία. Να θέλεις να προστατεύσεις και να καταστρέψεις. Να παραδέχεσαι και τις δύο αυτές αλήθειες. Να παλεύεις μαζί τους μέχρι τα χαράματα κάθε νύχτα.
Και το πρωί; Το πρωί να σηκώνεσαι. Να βάζεις καφέ. Να ζεις.
Όχι το τραγικό φινάλε, αλλά η καθημερινή, συνειδητή, επώδυνη επιλογή να μην τελειώνεις την ιστορία. Να κρατάς τα μάτια σου ανοιχτά – όχι γιατί δεν πονάει να βλέπεις, αλλά γιατί η τύφλωση είναι πολύ εύκολη λύση και εσύ επιλέγεις την άλλη. Να ζεις με την αμφιβολία, με τη γνώση ότι είσαι ταυτόχρονα το καλύτερο και το χειρότερο που μπορείς να είσαι. Και να μην ζητάς κάθαρση. Να μην περιμένεις τέλος. Να απλά… επιλέγεις να συνεχίζεις.
Γιατί αυτό σημαίνει να είσαι άνθρωπος – όχι τραγικός ήρωας. Να μην υποκύπτεις στην ευκολία του μύθου. Να μένεις στη λάσπη και το σκοτάδι και να λες: «Αύριο θα το ξανακάνω. Θα σηκωθώ. Θα ζήσω. Επειδή επιλέγω να το κάνω».
Αυτή είναι η μόνη επιβίωση που μετράει. Αυτή που είναι επιλογή.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Ανδρέας Σιμόπουλος. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







