Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος
Σε κάθε εποχή, ποιητές, φιλόσοφοι και προφήτες έχουν θρηνήσει και καταγγείλει χωρίς επιφυλάξεις τα ελαττώματα και τις ελλείψεις του καιρού τους. Όποιος έτσι θρηνούσε και κατηγορούσε, απευθυνόταν, ωστόσο, σε ομοίους του και μιλούσε στο όνομα κάποιου κοινού ή τουλάχιστον συμμεριζόμενου πράγματος. Υπό αυτή την έννοια, έχει ειπωθεί ότι οι ποιητές και οι φιλόσοφοι μιλούσαν πάντοτε στο όνομα ενός απόντος λαού· απόντος με την έννοια του ελλείποντος, κάποιου του οποίου η έλλειψη γινόταν αισθητή και άρα, κατά κάποιον τρόπο, ήταν ακόμα παρούσα. Έστω και με αυτόν τον αρνητικό και καθαρά ιδεατό τρόπο, τα λόγια τους εξακολουθούσαν να προϋποθέτουν έναν αποδέκτη.
Σήμερα, ίσως για πρώτη φορά, ποιητές και φιλόσοφοι μιλούν – αν μιλούν – χωρίς να έχουν πια στον νου τους την προσδοκία κανενός αποδέκτη. Η παραδοσιακή αποξένωση του φιλοσόφου από τον κόσμο στον οποίο ζει έχει αλλάξει σημασία· δεν είναι πλέον μόνον απομόνωση ή διωγμός από εχθρικές ή αντίπαλες δυνάμεις. Ο λόγος πρέπει τώρα να αναμετρηθεί με μια απουσία αποδέκτη όχι περιστασιακή, αλλά, τρόπον τινά, συστατική. Γιατί είναι πράγματι χωρίς αποδέκτη, δηλαδή χωρίς προορισμό. Αυτό μπορεί επίσης να διατυπωθεί με τη φράση, όπως ακούγεται από πολλές πλευρές, ότι η ανθρωπότητα – ή τουλάχιστον εκείνο το τμήμα της που είναι πλουσιότερο και ισχυρότερο – έχει φθάσει στο τέλος της ιστορίας της και ότι, επομένως, η ίδια η ιδέα της μετάδοσης και της παράδοσης δεν έχει πια νόημα. Όταν ο Αβερρόης στην Ανδαλουσία του 12ου αιώνα υποστήριζε ότι σκοπός της σκέψης δεν είναι να επικοινωνεί με τους άλλους, αλλά να ενώνεται με τον ενιαίο νου, θεωρούσε δεδομένο ότι το ανθρώπινο είδος είναι αιώνιο. Εμείς είμαστε η πρώτη γενιά, στην πρόσφατη ιστορία, για την οποία αυτή η βεβαιότητα έχει τεθεί εν αμφιβόλω και, μάλιστα, εμφανίζεται πιθανό ότι το ανθρώπινο γένος – τουλάχιστον εκείνο που εννοούσαμε με το συγκεκριμένο όνομα – ενδέχεται να πάψει να υπάρχει.
Κι αν, ωστόσο – όπως κάνω αυτή τη στιγμή –, εξακολουθούμε να γράφουμε, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε τι μπορεί να είναι ένας λόγος που σε καμία περίπτωση δεν θα τύχει συμμερισμού και δεν θα ακουστεί· και δεν μπορούμε να αποφύγουμε αυτή την έσχατη δοκιμασία της κατάστασής μας ως γραφόντων σε ριζική συνθήκη μη ένταξης. Βεβαίως, ο ποιητής είναι ανέκαθεν μόνος με τη γλώσσα του, αλλά αυτή η γλώσσα ήταν κοινή, πράγμα που τώρα δεν μας φαίνεται πλέον τόσο αυτονόητο. Σε κάθε περίπτωση, το ίδιο το νόημα αυτού που κάνουμε βαίνει μεταμορφούμενο· ίσως να έχει ήδη υποστεί ολοκληρωτική μετάλλαξη. Αυτό όμως σημαίνει ότι πρέπει να ξανασκεφτούμε από την αρχή το δικό μας καθήκον και λειτούργημα μέσα στον λόγο – μέσα σε έναν λόγο που δεν έχει πια αποδέκτη, που δεν ξέρει πλέον σε ποιον απευθύνεται. Ο λόγος γίνεται εδώ παρόμοιος με μια επιστολή που έχει επιστραφεί στον αποστολέα, επειδή ο παραλήπτης είναι άγνωστος. Κι εμείς δεν μπορούμε παρά να την κρατήσουμε στα χέρια μας, γιατί ίσως οι ίδιοι να είμαστε ο άγνωστος παραλήπτης της.
Πριν από μερικά χρόνια, ένα αγγλόφωνο περιοδικό μού είχε ζητήσει να απαντήσω στο ερώτημα «Σε ποιον απευθύνεται η ποίηση». Παραθέτω εδώ το ιταλικό κείμενο, ακόμα αδημοσίευτο:
Σε ποιον απευθύνεται η ποίηση;
Μπορεί κανείς να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα μόνο αν κατανοήσει ότι ο αποδέκτης ενός ποιήματος δεν είναι ένα πραγματικό πρόσωπο, αλλά μια επιτακτική αξίωση – αυτή καθεαυτήν η επιταγή του ίδιου του ποιήματος.
Η επιταγή δεν ταυτίζεται με καμία από τις τροπικές κατηγορίες (του αναγκαίου, του ενδεχόμενου, του δυνατού και του αδύνατου), οι οποίες μας είναι οικείες: αυτό που αποτελεί αντικείμενο μιας επιταγής δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε ενδεχόμενο, ούτε δυνατό ούτε αδύνατο.
Θα μπορούσε μάλλον να ειπωθεί ότι ένα πράγμα επιτάσσει κάποιο άλλο, όταν, εφόσον υπάρχει το πρώτο, θα υπάρξει και το δεύτερο, χωρίς το πρώτο να το συνεπάγεται λογικά ούτε να το υποχρεώνει να υπάρχει στο επίπεδο των γεγονότων. Η επιταγή βρίσκεται, απλώς, πέρα από κάθε αναγκαιότητα και κάθε δυνατότητα. Όπως μια υπόσχεση που μπορεί να εκπληρωθεί μόνο από εκείνον που τη λαμβάνει.
Ο Μπένγιαμιν έγραψε ότι η ζωή του πρίγκιπα Μίσκιν επιτάσσει να μείνει αξέχαστη, ακόμα κι αν όλοι την έχουν λησμονήσει. Κατά τον ίδιο τρόπο, ένα ποίημα επιτάσσει να διαβαστεί, ακόμα κι αν κανείς δεν το διαβάζει.
Αυτό μπορεί επίσης να ειπωθεί ως εξής: στο βαθμό που το ποίημα επιτάσσει να διαβαστεί, παραμένει μη αναγνώσιμο, γιατί δεν υπάρχει κυριολεκτικά κανένας αναγνώστης της ποίησης.
Αυτό ίσως είχε κατά νου ο Θέσαρ Βαγιέχο (César Vallejo), όταν, για να προσδιορίσει την τελική πρόθεση και σχεδόν την αφιέρωση όλης της ποίησής του, δεν έβρισκε άλλες λέξεις πέρα από το “por el analfabeto a quien escribo”. Ας σταθούμε στη φαινομενικά πλεοναστική διατύπωση: «για τον αναλφάβητο στον οποίο γράφω». Το “por” δεν έχει εδώ τόσο τη σημασία του «σε» όσο του «αντ’ αυτού», «στη θέση αυτού», όπως έλεγε και ο Πρίμο Λέβι ότι μαρτυρούσε για εκείνους – δηλαδή «εκ μέρους εκείνων» – που στο λεξιλόγιο του Άουσβιτς ονομάζονταν «μουσουλμάνοι», δηλαδή για εκείνους που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να καταθέσουν. Ο αληθινός αποδέκτης της ποίησης είναι αυτός που δεν είναι σε θέση να τη διαβάσει (σημ. μεταφρ.: δηλαδή οι πάντες και κανένας). Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι το βιβλίο, που προορίζεται για εκείνον που δεν μπορεί να το διαβάσει – τον αναλφάβητο – έχει γραφτεί με ένα χέρι που, κατά κάποιον τρόπο, δεν ξέρει να γράφει, με ένα αναλφάβητο χέρι. Η ποίηση επιστρέφει κάθε γραφή στο μη αναγνώσιμο από το οποίο προέρχεται και προς το οποίο συνεχίζει να ταξιδεύει.
⸙⸙⸙
[Αναρτήθηκε στις 23.8.2022 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce). Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







