ΑΝΤΙΔΟΣΙΣ
Φρουρούσε μια ηρεμία που τρεφόταν απ’ την ίδια της την εμμονή. Σκιές μέσα σε βάζα σαν καρποί που δώσαν σάλτο πέρα απ’ την ωρίμανση· κι όμως καντήλια-βλέφαρα κάπου τις ξενυχτούν – παρά (ή για) την ξιπασιά τους. Όπου κληματαριές να κλίνουνε σαν γόνατα κομμένα ή ευλαβή. Όπου στο χώμα κόκκαλα, στάχτες θημωνιασμένες – ανθοφορίες του «θα». Κι οι κόμποι αίματος όλο να κρυσταλλώνουνε – να σπεύδουν με κοφίνια οι σιμωνιακοί. Να κουτουλάνε κάποτε ο ένας με τον άλλον.
Με το λυκόφως θα κατέβαινε ένα χέρι αδιανόητα κοινό. Κολλούσες πάνω του σχεδόν μαγνητικά, στ’ αυλάκια του φωσφόριζαν θηλές, βύζαινες κι απλώναν φλέβες στα άκρα. Κι ύστερα εκείνα τα τοπία που αγκάθωναν τη γλώσσα μας να παρελαύνουνε στου προβολέα τον βόμβο: ματαιωμένα υπόστεγα κι αλφάβητα στρυφνά και φρικαλέα ξόανα καπνισμένα – κορμιά που σα να θεοποιούσαν την αυτοχειρία του μάστορα. Κάποιος ανάμεσά μας ψέλλισε ότι το τραύμα εδώ δεν ήταν τιμωρία μα καταλύτης, σπρώχνοντας σε σχήμα το υλικό – σκύλα που προτρέπει το κουτάβι με το ρύγχος της. Οι υπόλοιποι κατένευσαν.
Ήταν η Αγάπη και μπροστά τα εκμαγεία που θα καταλαμβάναμε.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Zion Mor. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







