ΩΣΑΥΤΩΣ
Θα έρθω τότε,
όταν θα έχω κολυμπήσει,
στα μεγάλα ποτάμια των
προσδοκιών
αντίθετα με το ρεύμα.
Θα έρθω τότε,
διαβάζοντας την ιστορία απ’ το τέλος,
κι αλλάζοντας τις καταλήξεις
στον παρατατικό.
Θα έρθω τότε,
καλπάζοντας σε ρήματα αμετάβατα,
χυμώντας να καταλάβω
πύργους δυσνόητους.
Θα έρθω τότε,
στιγμιαίος εγώ
με βεβαιότητα Θεού!
να σε ξελασπώσω,
ως μόνος φιλάνθρωπος.
ΣΚΟΡΑΜΙΔΕΣ
Όταν τα χρόνια χαριστούν στις μέρες.
Σύννεφα σεντόνια θα σκεπάσουν
τις κορυφές των θαυμασμών.
Τότε τα πουλιά θα πετούν μονάχα
με τον ζεστό άνεμο της κατανόησης.
Κι οι θάλαμοι των φυλάκων θα ’ναι άδειοι.
Αρκεί, να έχουν επινοήσει οι άνθρωποι
ζωγραφιές στους τοίχους.
Όταν τα χρόνια χαριστούν στους μήνες.
Τότε ο στρατός των μελισσών θα
ξαποσταίνει, πλέκοντας μαλλί της γριάς
στο πανηγύρι του Αϊ Λιά
πέρα απ’ τα ανεκτικά πλατάνια,
στην κορυφή του μεγάλου βουνού,
που ‘χει πάντοτε μα πάντοτε δίκιο!
Όταν τα χρόνια χαριστούν στους αιώνες.
Στον τάφο της μητέρας θα φυτρώνουν
χέρια που κρατούν πεταλούδες.
και τι παράξενο!
τα δέντρα της πατρίδας μου
δεν θα αφήνουν πιά σκιά,
παρά μόνον τα βράδια
όταν θα ‘ναι γεμάτο το φεγγάρι.
ΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΜΕΤΕΩΡΙΣΜΟΙ ΜΟΥ Α΄
Γδύνω, φτύνω, ντύνω
νύφη την κατάντια,
και διαγράφω κύκλους
στον αέρα που περισσεύει
από τις ρυπαρές ανάσες
όλων εκείνων που παίρνουν αποφάσεις.
Τι να με ωφελήσουν; και πόσα τους οφείλω;
τούτων των λέξεων που πασχίζω να λαμπρύνω
σε περιβάλλον ακατάλληλο.
Χτισμένες σε γεφύρι σαν τη γυναίκα
του πρωτομάστορα,
θυσιάστηκαν για να στεριώσουμε εμείς.
Σ’ ένα κομμάτι γης παραμικρό
σαν σχέδιο παιδικό.
Πλήττω, πράττω, κηρύττω,
στην ωραία πύλη των διαζευκτικών.
Κι αποφασίζω να εφεύρω, για όσους
δεν πιστέψανε ποτέ
ιδανικά απάτητα, να τους προσηλυτίσω.
Προφήτης ακατάστατος
δεν τρώγω τίποτε αλμυρό!
κι από τις υποσχέσεις κρατώ μοναχά
ότι χωράει στο ένα μου χέρι,
με το άλλο χέρι θα ανοίξω την πόρτα.
Να βγω;
ΣΚΕΨΗ 204
Φίλε έγινε πρόβλημα εδώ.
Θα ορκιζόμουν στα κορίτσια των παιδικών ερώτων μου
πως τα φώτα στη θάλασσα υπόσχονταν βόλτες
κυριακάτικες στον εαυτό που μας απέμεινε.
Τραγουδώ τον επινίκιο ύμνο και γελάς.
Θα αφιέρωνα τη ζωή μου στον Θεό,
τον θάνατό μου στους ανθρώπους.
Μα τώρα τι ωφελώ;
μας άφησαν τα Χερουβείμ στον δρόμο
αναίμακτα να θυσιαστούμε.
Μόνους σαν κάδρο φτηνό, στον τοίχο της ιστορίας
και δεν φυσάει απόψε διόλου.
Τριάντα χρόνια θέλω παγωτό
μα δεν μου παίρνεις.
Φίλε έγινε πρόβλημα εδώ, και συ όψεσαι!
ΣΚΕΨΗ 83 [ΥΠΕΡ]
υπέρ της στιγμής που διανύει την μνήμη.
υπέρ της ευχαριστίας στον κάθε φθόγγο.
υπέρ της αστοχίας που μας λυτρώνει.
υπέρ της ενσάρκωσης του προφανούς.
υπέρ των αξιωμάτων του καθαρού λόγου.
υπέρ της ανυποψίαστης πραγματικότητας
υπέρ της παρρησίας.
υπέρ του σθένους των νοημάτων. ευτολμία
υπέρ της προπαγάνδας της ύπαρξης.
ΜΠΛΕΚ
Τα καλοκαίρια σας διαβεβαιώ,
μυστικά έπαιρνα το ποδήλατο
εκείνο με τα μεγάλα τιμόνια, ξέρεις!
και χανόμουν
ανάμεσα στο απέραντο
και τ’ ακατόρθωτο.
Παραμελούσα τη φυσική, όσο
μπορούσα πιο φυσικά,
κι έτρεχα στον δρόμο.
Με ʼκείνο! που ’ταν της ξεγνοιασιάς μου
φωτοστέφανο
και παρρησία της νιότης.
Πέρα δώθε Θεοδρομία πρόσω!
Τέλος…
στο πηδάλιο ακουμπούσα,
χαζεύοντας τους ανθρώπους του νότου.
Σαν τους έπαιρνε το πλεονέκτημα της ραθυμίας,
τα άγρια μεσημέρια της σιωπής.
Μάρτυρες έχω γι’ αυτά τους Μπλεκ και Τιραμόλα.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Harry Gruyaert. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου πέμπτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







