Ενόσω εσύ τα κυανά της μοναξιάς καλλιεργείς
έξω ο κόσμος πήρε να αποσυντίθεται
οι πίνακες διώκονται αφήνουν γυμνούς τοίχους
μουδιάζουν χώρες κι αμμουδιές
τρίζουν αμάχων τόποι
κράτη αστακοί πως είν’ το αντίδοτο ακούς
μπας και τις αποθήκες τους αδειάσουν από
πυρομαχικά –να ‘χουν να φτιάχνουν κι άλλα–
να ξαναπαίξουν το παιγνίδι του πολέμου
απ’ την αρχή με το στανιό εδώ και τώρα να τριτώσει·
δεν τους αρκεί ο Εγκέλαδος όπως
του γυάλισαν στα δώματα του 100ου
οι πισίνες τους κι ορέχτηκε να τις σβουρίξει
υδάτινα μαλλιά να καταπιεί
νερά από εκείνα που οσονούπω
θα τα βρίσκεις μόνο με δελτίο
ούτ’ άφησαν σ’ αυτόν οι επισπεύδοντες
την έγνοια της ποσόστωσης λαών
(για χάρη του ήδη πάντως έχουνε να χτίζουνε αβέρτα)
ζητούν δαγκάνες για το αύριο των παιδιών
–άκου τους πώς, μόνο το τώρα τσαμπουνάνε–
τώρα του κέρδους
τώρα της σφαγής
τώρα της αρπαχτής
της εξουσίας το τώρα
και πού θα γιατακιάσεις να σωθείς
κάτι να σκαρφιστείς κάτι να περισώσεις
παραμυθία στην τέχνη και στον στίχο υπνωτική
η αναρχία ελεύθερη μέσα στη δημιουργία
μικρή πολύ – πολλοί μικροί με την ορμή
της θάλασσας μαζί αυτοί τ’ όχι θα αρθρώσουν
μπρος σε τούτη τη στυγνή λεηλασία;
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου πέμπτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







