frear

Αντί παρόντος, παρελθόν – της Κωνσταντίνας Σιαχάμη

Αντί παρόντος, παρελθόν

(Και οι δυο παππούδες μου μετείχαν σε πολέμους. Η φωνή του πρώτου στην «Ελένη» ξορκίζει τον υπαρξιακό τρόμο του πολέμου, η φωνή του δεύτερου στον «Σίμωνα» δεν φαίνεται να το κατορθώνει. Και οι δυο φωνές εκβάλλουν σε πραγματικά πρόσωπα. Γνώρισα τον έναν μου Παππού και τη Γεωργία. Ο Σίμων πάντα προσφωνούσε τον παππού μου, «Παππού»). 

Ε λ έ ν η

Όταν επέστρεψε, ήταν περίπου εικοσιοκτώ. Είχε σκοτώσει και σκοτωθεί πολλές φορές σε εκείνο τον πόλεμο αλλά η ζωή τον είχε κερδίσει με τα σινιάλα της από νωρίς, όταν έπαιζε στα δάση της Οινόης. Γυρνώντας, βρήκε την Ελένη. Γυρνώντας, γύρω απ’ την πυρά του, χόρευε η Ελένη. Τα δόντια της τεμάχισαν και το παραμικρό κομμάτι της άλλης του ζωής. Κι όταν του μήνυσαν να την αφήσει καθώς η προίκα δεν ήταν η συμφωνημένη, ονειρεύτηκε. Τον μοχθηρό Σαγγάριο τυλιγμένο στη μέση της γυναίκας. Το πρωί τον είχαν αποκληρώσει. Ο άντρας ξαναέγινε αυτό που ήθελε να είναι, μια μελανιά αγάπης, ένας θρόμβος στην ακινησία του κόσμου. Στην δική του παλάμη έσκυψε και η αμαρτωλή εξαδέρφη του Γεωργία. Και οι πέντε κλειδώσεις συμφώνησαν. Οι ορθές γωνίες των γυναικών εύκολα καταρρέουν απ’ την αγάπη κι εκείνος το ήξερε. Η Ελένη έφυγε όπως φεύγει το νερό, πολύ γρήγορα. Η παραστρατημένη ερχότανε συχνά, εκείνος εξακολουθούσε να τη βλέπει σαν μικρό δισκοπότηρο. Πέθανε χειμώνα κρατώντας στα χέρια του τη νυφιάτικη κορδέλα της Ελένης.

Γ ε ω ρ γ ί α

«Αν είχα προτιμήσει τα μελίσσια της Καμενίτσας που κοιμούνται μακάρια στις ρωγμές των ελάτων. Αν είχα αψηφίσει το μαντήλι του στο πιο σκουριασμένο καρφί του κήπου μου. Αν σήκωναν λιγότερη σκόνη εκείνα τα δάχτυλα όταν μου φόραγαν το ελαφρύ παλτουδάκι, δεν θα είχα μπει φυλακή, ούτε θα έκανα το αρχαιότερο των επαγγελμάτων». Αυτά είπε χθες στον ύπνο μου ενώ ανέβαινε στο τρίκυκλο του μουγγού άντρα της, η θεία η Γεωργία. Ήταν η πιο όμορφη θεία που είχα, ένα μουσκεμένο ρούχο, αγαπητικό και ανεξέλεγκτο, τύφλα να ‘χουν οι ηρωίδες του σινεμά και των βιβλίων, η δική μου βούιζε στον αιώνα των αιώνων με σάρκα και οστά, με βουτιές στο μέλλον των ερώτων. Το άλλο βράδυ ξαναήρθε. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα, κάθησε απέναντι να μου πει το φλυτζάνι, σκέφτηκα να κάνω ένα φου, να φυσήξω να φύγει μα δεν ήθελα να την κάνω εχθρό, τα νύχια της ήταν φαγωμένα, η μία κάλτσα τρύπια, βλέπω ένα μεγάλο Θήτα και πολλά νερά, πρώτη φορά με είδε λοξά, τρία μέτρα κάτω από τη γη και έτσι δεν ποτίστηκαν τα κοκαλάκια μου. Με ξύπνησε το θυμωμένο τρίκυκλο του θείου.

Σ ί μ ω ν

Πρώτα ρώτησες τι μέρα είναι, ύστερα αν είναι μέρα ή νύχτα. Το πράσινο βλέμμα σου άκουσε από μακριά τον ήχο του βαρκάρη. Ξαναπήρες με τρυφερότητα τον δρόμο για το σπίτι. Συνάντησες την Ελπινίκη, κόρη νεκρή και νεκρομάντισα δείχνοντάς σου πηχτά τα νερά του καναλιού. Μισούσες πάντα το γήρας, η θέα ενός ηττημένου γέροντα δεν ήταν δικό σου πεπρωμένο. Έτεινες το χέρι στη μεριά του κήπου. Ήρθε κοντά σου η βυσινιά, λάμποντας. Διαγώνιο φως άνοιξε τα κουμπιά, πρόβαλε από μέσα ξανθό το κεφαλάκι του Σίμωνα, του φοβερού αντάρτη. Ιδού, τώρα κρεμόταν στο δωμάτιο, να προλάβεις να μαζέψεις τα όμορφα δάχτυλα, πριν γίνουν όλα φλόγες. Οι πνεύμονές σου πνίγηκαν, γέμισε βάρκες το κρεβάτι, πεσόντες, τόποι ξεροί, Χειμάρρα και Αργυρόκαστρο γαντζώθηκαν στους φράχτες, μνήμη πιστή ξερνούσε ασταμάτητα. Έγειρες στο φιλί του Σίμωνα, κατά κόσμον Ηλία Γουρέλη.

Ηλί λαμά σαβαχθανί

Στέκομαι και σου μιλώ απ’ την πλευρά του κολασμένου, Παππού. Στέκομαι πλάι στον ιδρώτα σου που αναρριχάται μόνος. Ανοίγω το παράθυρο και δεν του οφείλω τίποτα αυτουνού, του Ουράνιου Ποιητή. Κανένα κρύσταλλο των αφηγήσεών μου δεν θ’ αναληφθεί ψηλά. Θυμήσου. Τι κουδουνίσματα οι νύχτες πλάι στα κίτρινα τα στάρια, εσύ κι εγώ, μαζί τα καλοκαίρια. Τώρα κάθε λέξη μου κι ένα σκιάχτρο. Μεσάνυχτα σου χτύπησα, θυμήσου, και δεν με γνώρισες. Ηλία, συλλάβισες, λαμά σαβαχθανί, Παππού, και μ’ άνοιξες σα ρόδι. Ηλία με φωνάζουν μονάχα τ’ άλογά μου, ιδού ο καθρέφτης μου, Παππού, τον Σίμωνα τον εκερδίσανε οι πέτρες. Κι όταν μου άναψαν το φιτίλι μέσα στο κελί, ήταν δικό σου το χέρι που σημάδευε. Καιόμενος, εσύ μου φίλησες τα κρίματα, εσύ, μου έπλυνες τα χέρια.

Τίποτα δεν του οφείλω. Εγώ ένας φλεγόμενος με δόντια εικοσάχρονου. Ένας ανώνυμος, εγώ.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Annie Murphy-Robinson. Δείτε τα περιεχόμενα του όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη