frear

Ποιήματα – του Biagio Marin

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

[ΑΤΙΤΛΟ]

Σε αγαπώ όπως το πανί στον άνεμο
που τρέμει από ευχαρίστηση όταν σιμώνει στην ακτή
και όταν το μαζεύουν, βγάζει ένα παράπονο
σαν ζωντανός άνθρωπος.

Σε αγαπώ όπως η παλίρροια στην ακρογιαλιά
που τόσα φιλιά της δίνει, εκεί στην αμμουδιά,
όπου μέρα νύχτα, από τότε που υπάρχει Θεός,
αδιάκοπα φιλιούνται.

Σε αγαπώ, όπως τη σελήνη και τον ήλιο
στον κόλπο μας, τον απέραντο, τον τόσο βαθύ·
σε αγαπώ, όπως ο αιώνιος Πατέρας αγαπά
όλο τον κόσμο.

[Από τη συλλογή Άνθη της λιμνοθάλασσας (1912).]

ΤΟ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Δεν έχω τίποτα δικό μου
μόνο λίγους στίχους
και τις μέρες της ζωής μου όλες χαμένες
από την πρώτη αυγή στη βρεφική μου κλίνη.

Ακόμα και αυτά τα τραγούδια
ηχούν ήδη στον άνεμο
και έχουν γίνει παράπονο
εισαγωγή μακρών θρήνων.

Ακόμα και αυτά φεύγουν
και μένω μόνος
στο τελευταίο μου πέταγμα
στο εξαντλημένο φως.

[Από τη συλλογή Ο άνεμος του αιώνιου εντείνεται (1973).]

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΘΟΣ ΣΤΟ ΚΛΑΔΙ

Όταν μας χάνεις τη νύχτα
λυπάσαι:
ήμασταν πάντως τα πλάσματά σου,
τα δικά σου θελήματα
που έκαναν τις αμμουδιές σου δοξασμένες να ανθοφορήσουν.

Ακόμα και ο πλούτος σου
αφανίζεται γοργά μέσα στα χέρια σου:
ένα όμορφο άλικο στόμα, μία όμορφη πλεξούδα
θα ήθελες έως αύριο να κρατήσεις.

Όμως το αύριο δεν μας προσμένει:
άλλα νεανικά στόματα ανθίζουν,
άλλες κόρες που αγαπιούνται
άλλος τραγουδά ποιητής.

Κι εσύ να τον σταματήσεις δεν μπορείς
τον χρόνο που περνά και φεύγει
και σε αφήνει μόνο
με την καρδιά ήδη κεντημένη από τον πόνο.

Όλα σ’ τα παίρνει μακριά,
Κύριε, ο ζοφερός χρόνος·
το τελευταίο άνθος στο κλαδί
μελαγχολία σου φέρνει.

[Από τη συλλογή Μεταξύ εσπερινού και νύχτας (1968).]

Eμείς, οι μικροί άνθρωποι
είμαστε σε αργή πτώση
χωρίς επιθυμίες πια
όπως τα φύλλα το φθινόπωρο.

Αλλά από το χρώμα μας
κιτρινίζει η γη:
όταν τα φύλλα πέφτουν
και στο έδαφος σταθμεύουν.

Για μια στιγμή
χρυσός ευτυχισμένος
που ύστερα σβήνει
στη γυμνωμένη γη.

[Από τη συλλογή Τελευταίοι στίχοι (1978 -1980).]

ΜΟΝΑΞΙΑ

Το γαλάζιο του νοεμβριάτικου ουρανού
είναι από καθαρό βελούδο:
η ανάλαφρη πνοή από το μπουρίνι
τον χαϊδεύει αποχαιρετώντας.

Απόμεινα να τον κοιτάζω
σχεδόν σαστισμένος,
και σ’ αυτόν βυθίζομαι
από νοσταλγία πυρωμένος.

Πού θέλω να πάω
από ποιον δρόμο
φθάνει κανείς στο αιώνιο
τώρα που έρχεται χειμώνας;

[Από τη συλλογή Η φωνή της νύχτας (1985).]

ΣΤΟΝ ΠΟΥΝΕΝΤΕ ΤΟΥ ΓΚΡΑΝΤΟ

Ωστόσο, αυτά τα βασανισμένα σώματα
που μάχονται μόνο για να αναπνέουν
με γεμίζουν λύπη,
θα ήθελα να ήταν υγιή και σώα.

Στην ειρήνη δεν φθάνουν ποτέ
ποτέ σε μια παρουσία βέβαιη,
ούτε η μεγάλη περιπέτεια
τα οδηγεί στην άλλη όχθη.

Κάθε προορισμός άδηλος
και κούφια κάθε ελπίδα,
πέρα, στο βάθος,
το τίποτα του θανάτου, χάσκει.

[Από τη συλλογή Η φωνή της νύχτας (1985).]

⸙⸙⸙

Ο ποιητής Biagio Marin (1891-1985) γεννήθηκε στο νησί του Γκράντο στις 29 Ιουνίου 1891 (το Γκράντο, που είναι γνωστό ιστορικά ως «πρώτη Βενετία», βρίσκεται στο βορειότερο όριο του γεωγραφικού πλάτους της Αδριατικής). Κατάγεται από μια μικρή κοινότητα ψαράδων της ομώνυμης λιμνοθάλασσας. Στα πρώτα μόλις χρόνια της ζωής του μένει ορφανός από μητέρα και ανατρέφεται από τη γιαγιά του, από τη μεριά του πατέρα του.

Το Γκράντο και όλη η ευρύτερη περιοχή της σημερινής περιφέρειας Friuli-Venezia Giulia, πρωτεύουσα της οποίας είναι η Τεργέστη, ανήκε την περίοδο εκείνη (μολονότι ως επί το πλείστον ιταλόφωνο) και έως το 1919 στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία (των Αψβούργων). Για τον λόγο αυτό διδάσκεται στο σχολείο περισσότερο τη γερμανική από την ιταλική γλώσσα. Το 1911 εγγράφεται στο Ινστιτούτο Ανωτάτων Σπουδών της Φλωρεντίας και γνωρίζεται με τον λογοτεχνικό κύκλο του περιοδικού Voce, ιδρυτές του οποίου ήταν ο Giuseppe Prezzolini και ο Giovanni Papini.

To 1912 εγκαθίσταται στη Βιέννη όπου σπουδάζει για δύο χρόνια φιλοσοφία, γνωρίζει την κλασική μουσική, διαβάζει Ρώσους και κλασικούς συγγραφείς και συναντά τον Αυστριακό παιδαγωγό Forster, πρόσωπο που θα τον επηρεάσει σημαντικά στη συνέχεια όσον αφορά στις σπουδαστικές και επαγγελματικές επιλογές του. Το 1914 επιστρέφει στη Φλωρεντία, όπου αρραβωνιάζεται και τον επόμενο χρόνο παντρεύεται.

Μετά τα γεγονότα του Σεράγεβο κατατάσσεται λόγω υπηκοότητας στον αυστριακό στρατό, αλλά καταφέρνει να λιποτακτήσει στην Ιταλία και να ενταχθεί στον ιταλικό στρατό (εμφορούνταν από ιδέες αλυτρωτισμού και πολιτικής ενσωμάτωσης της πατρίδας του στον κορμό του ιταλικού κράτους).

Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, λαμβάνει πτυχίο φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο της Ρώμης και διδάσκει φιλοσοφία και παιδαγωγική για δύο χρόνια στο Ανώτατο Ινστιτούτο της Γκορίτσια, απ’ όπου θα αναγκαστεί να παραιτηθεί λόγω συγκρούσεων με τον τοπικό κλήρο. Θα εργαστεί στη συνέχεια για κάποια χρόνια ως επιθεωρητής εκπαίδευσης στην επαρχία της Γκορίτσια, αργότερα ως διευθυντής των ιαματικών λουτρών του Γκράντο (1923-1937), κατόπιν θα διδάξει για τέσσερα χρόνια φιλοσοφία, παιδαγωγική και λογοτεχνία σε λύκειο της Τεργέστης (1938-1941) και από το 1941 έως το 1956 θα απασχοληθεί ως υπάλληλος αρχείου στο Ίδρυμα Γενικών Ασφαλίσεων της Τεργέστης.

Από το 1915 είναι στο πλάι του η σύζυγός του, «γυναίκα ευγενικής και ανδρείας ψυχής», η Giuseppina Marini, τοσκανικής καταγωγής, από την οποία θα αποκτήσει 4 παιδιά. Ο μοναδικός του γιος, ο Falco, πεθαίνει στον πόλεμο στις 25 Ιουλίου 1943 και αυτή είναι η τραγωδία που χάραξε τραύμα ανεπούλωτο και βαθύ στους στίχους του.

Από το 1968 ο ποιητής έχει επιστρέψει και διαμένει στο Γκράντο όπου θα τον χτυπήσουν άλλες συμφορές και θα ζήσει νέα πένθη κατά τα τελευταία χρόνια του. Ενενηκονταετής και τυφλός εξακολουθεί να υπηρετεί την ποίηση και να διατηρεί μια ακατάβλητη πνευματική ζωή. Πεθαίνει στις 24 Δεκεμβρίου του 1985.

Στον πνευματικό του ορίζοντα έχουν ξεχωριστή θέση οι φιλόσοφοι (από τον Ηράκλειτο και τους Προσωκρατικούς, τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο στον Σπινόζα, τον Φίχτε, τον Τζεντίλε, τον Κρότσε, τον Ουναμούνο, τον Νίτσε, τον Γιάσπερς, τον Έκαρτ) και οι ποιητές: Γκαίτε, Χάινε, Λενάου, Ρίλκε, Δάντης, Φώσκολος, Λεοπάρντι, Χιμένεθ, Ταγκόρ, Λι Τάι Πο. Το κυρίως έργο του είναι γραμμένο στη βενετσιάνικη διάλεκτο του Γκράντο.

Την εκτενή βιβλιογραφική κριτική στον ποιητή διατρέχουν δύο σταθερές αναφορές σε δύο θεμελιακά και καθοριστικά δοκίμια: το πρώτο του Carlo Bo με τίτλο Η μεγάλη Θάλασσα του Biagio Marin και το δεύτερο του Pier Paolo Pasolini με τίτλο Σημειώσεις για ένα δοκίμιο για τον Biagio Marin.

«Το πρωτεύον», είχε ανάμεσα σε άλλα σημειώσει ο Pasolini, «που χαρακτηρίζει την ποίηση του B. M. είναι απολύτως ασύλληπτο και οπωσδήποτε άρρητο. Και οντολογικό…δεν υπάρχει τίποτα να πει κανείς για ένα όμορφο ποίημα του Β. Μ., εκτός από το ότι είναι όμορφο: όπως ένα θαυμάσιο υλικό αιώνιας αξίας, μια πέτρα, ο χρυσός…με μια επιλεκτική γλώσσα, τη διάλεκτο ενός μικρού τόπου, κάνει το Γκράντο Κόσμο…χρησιμοποιεί λίγες λέξεις, ένα πενιχρό λεξιλόγιο, μα πλαταίνει στο σημαντικό πεδίο ό,τι περιορίζει στο λεξιλογικό…».

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του τέταρτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: