frear

Θάλασσα χωρίς ακτή – του Θανάση Πάνου

ΘΑΛΑΣΣΑ ΧΩΡΙΣ ΑΚΤΗ

Ποια να ‘ναι αυτή η θάλασσα
που αρνείται να ‘χει τέλος;
Που όσο πιο πολύ την ταξιδεύω,
τόσο η ακτή απομακρύνεται στο βάθος
προς μια προοπτική απεριόριστη,
που όλο μου αρνείται το νησί,
αυτή την περιορισμένη διάσταση της γης
που θέλω απεγνωσμένα να ναυαγήσω;

Ή μήπως και δεν είναι θάλασσα αυτή,
αλλά το άυλο υγρό στοιχείο ενός ονείρου
ένα δάκρυ σε μέγεθος ωκεανού,
όπου μέσα του κολυμπώ,
άνθρωπος μικροσκοπικός,
ταξιδευτής ενός αξεδιάλυτου ονείρου,
που εσύ βλέπεις και που εγώ
θα πνιγώ μόλις ξυπνήσεις;

Ένα κομμάτι ψυχής και εγώ,
που ο πατέρας μου λεγόταν,
πράγματι Ποσειδώνας
και από μικρό με έριξε
σε θάλασσα χωρίς ακτή,
ομηρικός αριστοναύτης να ταξιδεύω
μοναχικός κολυμβητής
σε μαγικό λήθαργο παγιδευμένος
σε θάλασσα χωρίς ακτή,
εγκλωβισμένος σε όνειρο,
ωκεανό δίχως νησί
που θέλω απεγνωσμένα να ναυαγήσω.

ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΩΜΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
ΜΕ ΤΗ ΣΤΕΡΙΑ


Στεριά:
-Με ένα σάλτο στα ξάρτια
κόντρα στο αλάτι τα στήθια
και σαν φρικτά φαντάσματα
της τρικυμίας οι δίνες
φθίνουν ασφυκτικά
τα αναδιπλωμένα κύματα σου
όνειρα χτικιά, θάλασσα.

Θάλασσα:
-Στεριάς σάρκα -μου λες-
μες στο αλάτι της θάλασσας, γεύμα.

Στεριά:
-Όχι -σου απαντώ-
μια θαλασσογραφία είμαι και εγώ,
λεκέδες από λιόξανθους αφρούς,
γλύφω στην ακρογιαλιά το αλάτι σου,
και σε αγαπώ και σε μισώ…

Θάλασσα:
-Κρύο μετάλλευμα είσαι στεριά,
και εγώ ένα μπλε που εκπέμπει ροή,
σε ορίζοντα άπλετο
χωρίς λαγούμια όπως εσύ.

Στεριά:
-Υδρόβιων σημεία είσαι θάλασσα
που γεννώνται ανέραστα,
χωρίς οξυγόνο
, χωρίς το πάθος του έρωτα.

Θάλασσα:
-Ας δουλέψουμε τότε,
με όλες τις δυνάμεις της φύσης
που και στους δυο μας
ενεργούν ακατάπαυστα,
αυτό ίσως να είναι το κλειδί του έρωτα μας.

Αγέρας:
Η Παλίρροια και η άμπωτη
-πετάγεται ο αγέρας-
Είναι ρόδακες χειλέων
που σας φιλούν και σας καλούν,
τον έρωτά σας να αποδεχτείτε,
αγρότη και ναυτικού κοινό ανάθημα
στο Άφωνο «Σίγμα» σου, στεριά,
και στο υγρό σου «θήτα», θάλασσα,
ιχθυοτροφείο αέναης αγάπης.

Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ

Μονάχος ήμουν και αφού δεν με έβλεπε από το πλήρωμα κανείς, τρελό για να με πει, τη ρώτησα φωναχτά:

-Θάλασσα, θέλεις που φουρτουνιάζεις;

Κι όταν όλη τη γαλήνη σου πνίγεις και τη δικιά μου την γαλήνη που είναι μέσα της, το θέλεις;

Και τότε απρόσμενα, μια σπαρακτική κραυγή ακούστηκε, σαν νάταν από πάντα φυλακισμένη:

-Όχι, δεν θέλω τα άγρια κύματα… όχι δεν θέλω να με τρέμουν, καθόλου δεν το θέλω.

Μα μέσα στη κοιλιά μου έχω πλήθος ψάρια με αγκίστρια σκουριασμένα και ναύτες νιους που τους προσμέναν οι γοργόνες τους, ξύλινα και ατσάλινα σκαριά και πλήθος ναυάγια πράγματα λησμονημένα, που μόνο διαβολεμένο πόνο προκαλούν. Συνθλίβω έτσι τον πόνο μου ουρλιάζοντας και τον απλώνω με κύματα όσο μπορώ μακριά και όταν έχει εντελώς ξεδιπλωθεί μπορώ να ανακουφιστώ και εγώ όπως και εσύ που κάθεσαι στην πλώρη την οξύρυγχη και με ατενίζεις σαν χαζός ερωτευμένος.

Μετά ήρεμη πια, σιγά σιγά φτιάχνω μια εκκωφαντική γαλήνη που έρχεσαι και πάλι εσύ, θαλασσοπόρος αμετανόητος, μέσα της να ανακουφιστείς. Αύριο βέβαια πάλι τα ίδια.

Έτσι είναι το ταξίδι που επέλεξες για όλη τη ζωή σου και αυτή είναι και η ομοιότητά μας.

Ένα υπερπόντιο ταξίδι, με αρχή δίχως τέλος, γαλήνης, πόνου και στη μέση όνειρα, άλλα ναυαγισμένα πάνω σε δολώματα που καταχωνιάζουμε στα σπλάχνα μας και άλλα όνειρα που η νηνεμία μου γλυκά και απλόχερα προσφέρει και όταν γέρος στη στεριά βρεθείς αυτά θα είναι το σανίδι και η μαγκούρα σου.

Άλλο λοιπόν δεν έχεις καπετάνιε μου, από χαρά να λησμονείς και να θυμάσαι την εικόνα μου και έτσι μανιασμένη.

Γι’ αυτό σώπα, μη μιλάς και πιες από το αλάτι μου δαγκώνοντας τα χείλη σου και μπήξε τα νύχια σου στη κουπαστή όπως ο φίλος σου ο Καββαδίας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Etel Adnan. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Το πρώτο μας ηλεκτρονικό τεύχος είναι εδώ

mag.frear.gr