frear

Πέντε «διάπλοκα» ποιήματα – του Λουτσιάνο Έρμπα

Μετάφραση από τα ιταλικά και επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης

Το καρό σακάκι
[La giacca a quadri]

Bon pour la vie
εγκρίνει κι ο καθρέφτης
φίνα η εμφάνισή μου
χαμογελούσε κι η γυναίκα η πιο ωραία.
Συ όμως φωνή αρχέγονη
κραύγαζες πως είν’ γρουσούζικη
και μου φαινότανε απάνθρωπος πως ήμουν
όσο ποτέ πριν:
Ευρωπαίος στους τροπικούς
να μαστιγώνω πλάτες γυμνές
χαμάληδων
να κάνω να ξεκάνω
συμβόλαια για γυναίκες έναντι οπίου.
Όχι έτσι, όχι έτσι, μη
φεύγεις για πάντα από τη νιότη
την ηλικία τούτη που σου διαφεύγει
αν χτες ακόμα ήσουνα μικράκι.

#

Απoμάκρυνση από τη μητέρα μου
[Lontananza dia mia madre]

Ακόμα μού εμφανίζεσαι στα τελευταία τα όνειρα
κι είναι για σένα που η μέρα ξεκινά
μ’ άλλον ουρανό.
Στο τρένο για τις διακοπές το πρόσωπό σου ψάχνω
και τα σουλούπια μας
την ανάσα μας τη νεανική
πέρα από τ’ άγρια πεύκα.
Ξαναλέω στον εαυτό μου
για να ξαναβρώ την τοτινή σου τη φωνή
κάποια τοπωνύμια
που πρόφερες δείχνοντάς τα πέρα απ’ τον κάμπο.
Τούτο σημαίνει να σ’ αγαπώ, και να κλαίω.
Άλλο δε γνωρίζω.
Ο πόνος είναι βέβαιος
είναι ενοχή.

#

Aυτοπροσωπογραφία
[Autorittrato]

Ένας γέροντας στην πόλη
χαμένος σ’ επαρχιακές γραμμές του τρένου
ή μ’ ένα πιάτο πατσά
μπροστά από στέγες νοτερές απ’ τη βροχή.

Αυτό είν’ όλο το εδώ και τώρα της δικής σου μέρας;
Τ’ αλφαβητάρι των πραγμάτων αναρωτάς
μα στο δικό σου «τίποτα δεν κατάλαβα» της κάθε εσπέρας
ξέρεις τι θ’ απαντούσε ένα μπουκέτο ρόδα;

Είσαι ακόμα κείνος που ’τρεχε για κεράσια
και μ’ άδεια χέρια
έσκιζε απ’ τον κορμό κορδέλες φλούδα-φλούδα.

Ένας κλεφτοκοτάς είσαι πάντα
με τα μάτια και τώρα ακόμα απορημένα
σαν τότε που έφευγες, αργοπορημένος, για το σχολειό.

#

Όταν σκέφτομαι τη μητέρα μου
[Quando penso a mia madre]

Τίποτα δεν έγραψα για σένα σαν έφυγες∙
και λίγα μονάχα έγραψα μετά, πολύ μετά.
Μόνο ξανάρχεσαι στης κάθε νύχτας τα όνειρα
ή στη μέρα μέσα, περαστική, στον άνεμο της οδού Β.,
μετά το χιόνι, με την ανάσα∙
ή σε σούρουπου φως από μισόκλειστα παντζούρια,
ένα θρόισμα σε εφημερίδα μεγάλου σχήματος∙
ή σ’ ένα κάποιο τοπωνύμιο που μου ’χει κολλήσει στο λαιμό.
Αυτό είν’ όλο; δεν αποδέχομαι το θάνατο, μου λένε.

Αλήθεια είναι, δεν ανοίγω ξανά τα συρτάρια σου, δε διαβάζω
τα γράμματά σου. Λες και δεν είμαι
τίποτ’ άλλο παρά μια πέτρα,
ένας άκαρδος Γιαννάκης;
Πόσος καιρός μου μένει ακόμα για να μάθω
σαν εσένα να χαμογελάω και ν’ αγαπώ;

#

Ενδόρρηξις
[Implosion]

Ο Δεκέμβρης μού άνοιξε ένα παράθυρο
στο δρόμο του Ήλιου γύρω απ’ τη Χρονιά:
είν’ ένα κομμάτι παγερό, μα στο βάθος
στρωμένο τραπέζι λευκό.

Τραπέζια χριστουγεννιάτικα, μα πού ήμουν εγώ;
δεξιά απ’ τον σοσιαλιστή παππού;
όλοι μας έχουμε ένα σοσιαλιστή παππού:
ο δικός μου έλεγε «μια τρέλα είν’ το Μίσος» και πρόσθετε
κατάμουτρα σε μας «και μια απάτη»
(στα μάγουλά μας
σαν βγαίναμε στον μπλάβο της νύχτας ουρανό
αναρριγούσε το τελευταίο πορτοκάλι).

Ανοίγει ο κύκλος, το τραπέζι πιτσικάρει –
πιότερο λευκή είν’ η λάμψη, λιγότερο ψυχρή
και κείνη που ψάχνω, είναι πάντα πίσω απ’ τους ώμους μου.

Ο Luciano Erba γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1922 και πέθανε το 2010. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της γενέτειράς του. Το ποιητικό του έργο, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει όλο και μεγαλύτερη απήχηση και στο εξωτερικό, ξεκινά την επαύριο του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και εκτείνεται μέχρι την αυγή του 21ου αιώνα.

Η κριτική εντάσσει συχνά τον ποιητή στη «Λομβαρδική γραμμή» (Linea Lombarda), η οποία θεωρείται ότι περιλαμβάνει σημαντικούς ποιητές, όπως ο Βιτόριο Σερένι, ο οποίος ήταν ο δάσκαλος του Έρμπα –κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κοινό στοιχείο που ενώνει τους ποιητές αυτούς είναι το βιωματικό στοιχείο, το οποίο όμως στην περίπτωση του Έρμπα αποτελεί συνήθως αφορμή για έκφραση ενός συναισθήματος ή μιας κατάστασης με πανανθρώπινο χαρακτήρα.

Πάντως, τα πέντε ποιήματα που μεταφράζονται εδώ συνθέτουν στ’ αλήθεια μια άτυπη βιογραφία –ή ψυχογραφία– του ποιητή∙ αλλά και μια αποτύπωση της εξέλιξης του ποιητικού του βλέμματος, από την πρώιμη στην ώριμη / ύστερη φάση της δημιουργίας του. Το αίσθημα ενοχής που αποπνέει το πρώτο ποίημα εντοπίζεται, στο δεύτερο από αυτά, στο πρόσωπο της μητέρας∙ αμφότερα ανήκουν στα πρωτόλειά του και εκδόθηκαν πολύ αργότερα.

Πολλά χρόνια μετά, τη δεκαετία του 1980, ο ποιητής επανέρχεται τόσο στο θέμα της αυτοπροσωπογραφίας, όπου εμφανίζεται και πάλι ως «εαυτόν τιμωρούμενος», όσο και στην τρυφερή / ενοχική ανάμνηση της μητέρας. Ο ίδιος ο Έρμπα είχε ασχοληθεί με την ψυχανάλυση, την οποία προσωποποιεί σε κάποια ποιήματά του –πάντα με τον τύπο του «Δόκτωρα Κ». Στο τελευταίο ποίημα, ο ποιητής φαίνεται να υποβάλλει τον εαυτό του σε μια άτυπη «θεραπεία ενδόρρηξης», κατά την οποία η σκόπιμη ανάμνηση στενόχωρων στιγμών του παρελθόντος αποβαίνει, εντέλει, λυτρωτική…

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία εξωφύλλου: Nino Migliori, Gente dell’Emilia, Emilia Romagna, 1959, © Fondazione Nino Migliori. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly