frear

Ποίημα – της Νάντιας Τάτση

Φτάνουν στις άκρες των συνόρων με ώμους στρεβλούς και κυρτωμένους, λιμνάζει ο αχός της ταραχής και οι κραυγές μετέωρες κατασκηνώνουν χάσκοντας σε πηγάδια άμετρα, με θολωμένα τα νερά, την άβυσσο κληρονομιά.

Αίματα δαρμένα, που φεύγουν από τις παλάμες των χεριών, λυγίζουν με την ανθρωπιά τους τα μέταλλα και λιώνουν τις άτεγκτες λαβές τους, παραδίδονται στο κρύο και του αγνώστου τ’ ανεμικά.

Μπογιατισμένες οι ελπίδες και τα επιφωνήματα όσων τα χείλη βρήκαν μονάχα βουβές σιωπές να ξεστομίσουν, αντηχούν τώρα φρικτά, στο σπαραγμό αλλοιώνονται και αλαργεύουν για να γυρίσουν δυνατότερα.

Χορδές ευαίσθητες αγγίζονται και σπάνε γιατί εγκυμονούν μια παρατεταμένη θλίψη, όπως τριγμός πλάκας ξύλινης σε κάσωμα γερασμένο από τις εμπειρίες της πολυκαιρίας που νότισε, και ερειπωμένο από την παρουσία σου.

Η θλίψη γίνεται στεφάνι να λούζει την ωχρότητα στο μέτωπο και τα μαλλιά.

Κηλίδες γύρω γεμίζουν με αδηφάγα μάτια και, όταν εκείνα σβήνουν μπρος στα λαμπερά τα νέφη, έρχονται πιο πλούσιες και ξεθαρρεμένες να βαριαναστενάζουν στις μέγιστες στοές.

Στήνουν κηλίδες με όσα πουλιά βρήκαν να σπείρουν τις καλαμένιες τους φωλιές, χρωμάτισαν τα όνειρα και πλάνεψαν τη γη τους.

Αγάλματα σαν κεραυνοβολημένα, με τέμπλο τον ουράνιο τον θόλο, χύνουν της ζωής τους το νερό και των πικριών το μαράζι γιατί φωνή δε στέκεται παρήγορη στο πλάι τους, πονετική.

Φωτισμένα των γηρατειών τα πάθη που έφτιαξαν ιστορία και οι ορμήνειες των μεγάλων πλανάρουν ως νεανικές απάτες για όσους δεν πέρασαν την κεφαλή τους σε τρύπες τυφλοπόντικα στη μέση χωραφιών, και μέσα από κόκκους συμπαγείς, χωμάτινους που ανοίγουν στο άβατο το δικό τους.

Τρίζουν, αργοσαλεύουν, φωνάζουν για την ιεροσυλία, χτυπούν οι ανισόρροποι σκελετοί κι ωρύονται στην αδικία.

Κάτι τους παραβιάζει και ξεσηκώνονται σε αγώνες που έχουν την άχλη της ζωής τους επάνω τρυπημένη σε διάστικτα σημάδια.

Με τις χοές ευχαριστιούνται, με τις σπονδές μεθούν τις αναμνήσεις που ζουν μονάχα μια στιγμή.

Τα όνειρα τρεμοσβήνουν, εφιάλτης τρεμοφέγγει, και ο ανεπαίσθητος ο κρότος ηλιοβασιλέματος – σα σπίρτο σε σπιρτόκουτο, όμοιος με τριβή πέτρας πάνω σε άλλη πέτρα- φουσκώνει θαλασσοταραχές και των ονείρων αναγνωρισμούς που σκοτεινιάζουν σε ξασπρισμένα βότσαλα, ακίνητα – σαν απαρηγόρητα- στο θέρος των ηλιόφωτων χαδιών.

Ένας ίσκιος είναι του δεύτερου εαυτού σου η απεικόνιση.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Németh György. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly