frear

Δώδεκα ποιήματα – του Γιώργου Βέη

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Ανοίγει το παράθυρο κι είναι χθες
δεν εννοεί,
κοιτάζει για λίγο τον αμέριμνο σκίουρο
στο κλαδί της μηλιάς
μετά σηκώνει το κεφάλι
δυο σύννεφα πλησιάζουν το ένα το άλλο
στη μέση του προσιτού ουρανού
πιστεύει ότι κάθε τους κίνηση
τον αφορά άμεσα
κι όλα είναι τονισμένα μέσα σ΄ ένα δυνατό
αλλά ιδιαίτερα φιλικό φως
εκείνος τότε νομίζει πως είναι εγώ
κάθεται να πιει ένα ποτήρι νερό
τότε είναι που νομίζει ότι όλα
έρχονται αποφασιστικά προς το μέρος του
να τον κάνουν για πάντα δικό τους.

*

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΡΦΥΡΟ ΡΗΜΑ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ

Εδώ θα στρίψει, προτού φτάσει στην άκρη του γκρεμού
ο δρόμος για το πορφυρό πάλι ρήμα της αυγής
τύχης αποτύπωμα, ναι, στο λακκάκι του λαιμού
όπως τα κύματα το έχουν ορίσει της σιγής

άστρο χαμηλά τώρα στην κοιλιά ξανακύλησε
θα ευχηθείς ποτέ ξανά σώμα να σε προδώσει
όπως το άλλο άνοιξε χθες και σε ξεκλήρισε
γι΄ αυτό θέλεις τη γλώσσα τώρα όλα να στα δώσει

τροφή και στέγη αφού βρεις στην έναστρη πολίχνη
αρκεί ένα και μόνον ένα του θέρους μας νεύμα
για να μη χάσουμε το δρόμο, τα σωστά τα ίχνη

στη σκιά για λίγο ένα αξεδιάλυτο ζεύγμα
ο μηρός, το λείο γόνατο την ουσία δείχνει
και πώς όλοι αυτοί οι οργασμοί είναι το πνεύμα.

*

ΕΚΕΙ ΕΙΝΑΙ

Για τα καλοκαίρια που έρχονται
για όσα μας υπόσχονται από τώρα
και μας φτιάχνουν τη μέρα
δεν χρειάζεται να περιμένουμε
ας κοιταχτούμε μόνο στα μάτια
όχι βιαστικά κι επιπόλαια
όπως συνήθως συμβαίνει
μ΄ εκείνη την ευπρέπεια της συνήθειας
και της παρακμής αυτών των καιρών
αλλά, κρατώντας ο ένας τα χέρια του άλλου
απερίσπαστοι, με αφοσίωση επιτέλους
ας μείνουμε βαθιά μέσα
στο βλέμμα το συντροφικό
γιατί απλούστατα εκεί
με υπομονή
με πίστη ακλόνητη
μας περιμένουν όλα τα καλοκαίρια
από δω και πέρα.

*

ΑΙΑΝΤΕΙΟ ΣΑΛΑΜΙΝΑ

Φυρονεριά, η σταθερή υπόμνηση των αλλαγών
η έλλειψη, το βλέμμα να γεμίσει από το άλλο τοπίο
να θυμηθεί τι ήταν πίσω από τα πρόχειρα σπίτια
τα σκόρπια φύλλα των περαστικών
και των μονίμων κατοίκων της μοίρας
της μέρας της νύχτας έρμαια φρύγανα
η ανάγκη του αέρα να μας βρει ζωντανούς
λες κι ενδιαφέρεται κάποιος στ΄ αλήθεια για όλους εμάς
να διαβάζω στο μεταξύ το ποίημα που μου χάρισες
σαν να ήταν το χειρόγραφο του νερού
η ουδέτερη χλόη ν΄ αφουγκράζεται
ν΄ αναπνέει μαζί μου
σαν ν΄ ανήκει όμως σε άλλον κόσμο
το πρόθεμα της μέρας, αυτό το χαμηλό σύννεφο
η δικαιολογημένη βιασύνη του
να προλάβει τα νέα,
έρχεσαι;
Η θαλπωρή του νοτιά απάντηση
από στοργή σκύβει το βουνό στο βάθος
φωτογραφίες ενθύμια του αρχαίου στόλου
σκιές ψαράδων μηνύματα από παντού
στα πληγωμένα χρώματα η αντοχή
μήπως κι έρχεσαι

*

ΑΡΜΕΝΙΑ
(Πάσχα)

Τα κλαδιά της σημύδας
λυγίζουν από θυμό
μα δεν θα σπάσουν ποτέ,
έτσι μου λένε τα φύλλα τους.
Το ρυάκι κατεβαίνει χαμηλά
από το Χελιδονόκαστρο στην κοιλάδα
με μια δύναμη που δεν υποχωρεί μέρα νύχτα
φτάνει ως εκεί που οι μνήμες έχουν γίνει λίμνες
ασπρόμαυρες, τσαλακωμένες φωτογραφίες
που δεν πρόκειται να ξεθωριάσουν
όσα χρόνια κι αν περάσουν
πιο πέρα
στη ρίζα του έλατου
στάζει ακόμη της γυναίκας
ο κομμένος λαιμός.

*

Ο ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΤΟΥ ΑΔΟΛΟΥ

έτσι νομίζουμε ότι είναι
καθώς περνά ο καιρός
κι ας μην είναι 100% επιβεβαιωμένο
μέσα στις αντιφάσεις
μέσα στις υστερίες των εποχών
παραμένει πάντως ένα είδος πίστης
ακράδαντης τελικά, όπως φαίνεται
ότι ο ποιμένας του Άδολου,
είναι στ΄ αλήθεια τ’ αηδονάκι
διότι δίνουμε πολύ λίγη προσοχή
σ΄ εκείνους που εγκαταλείπουν
όπως μας θυμίζει η Ντόρις Λέσινγκ
τα όντα θέλουν βλέμμα
κι εμείς σπανίως έχουμε κάτι τις.

*

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΚΙΘΑΙΡΩΝΑ

Ενώ ταυτιζόμαστε κιόλας με την ιδέα
ότι έχουμε έρθει δηλαδή από εδώ
κάποτε στα ριζά του μυθικού όγκου
ξαναγεννημένοι ίπποι ή αίγαγροι
ακούμε τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες
από το πρωί να μας λέει ότι ναι
πράγματι, είμαστε ένα όνειρο
που δεν το ονειρεύεται κανένας
ένα ελεύθερο όνειρο
κι αυτό το απρόσωπο όνειρο
ονομάζεται παγκόσμια ιστορία:
εμείς είμαστε σύμβολα
ή σημεία αυτού του ονείρου,
είμαστε τα πρόσωπα
αυτού του μοναδικού έργου
και τρέχουμε τώρα στις λεωφόρους
με ορμή μήπως και συναντήσουμε
κατά τύχη τους παλιούς φίλους
των σπηλαίων, των δασών
τους αόρατους ενοίκους

αλλά και να ξαστοχήσουμε
και να ματώσουμε προβλέψεις
να ματαιώσουμε από λάθος ασύγγνωστο
εμείς οι ίδιοι το παρελθόν
έχουμε όμως αυτό κυρίως το γράμμα
μήνυμα γερό που έχει φτάσει ως εδώ
στις ακονισμένες μύτες των ποδιών μας
και δεν λέει με τίποτα να ξεκολλήσει.

*

ΝΕΣΤΟΣ

Εύγλωττος ο ποταμός
κι έχεις δίκιο πάλι, αγάπη μου
δεν είναι απλώς ο διάκοσμος του απογεύματος
αλλά το πεπρωμένο μας αυτοπροσώπως
ας τον κολυμπήσουμε επιτέλους
αυτάρκεις κι απερίσπαστοι
σαν τα παιδάκια που πάνε να παίξουν
άλλη μια φορά την άκρη του γκρεμού
επειδή ξέρουν ήδη πως έγιναν ουρανός.

*

ΜΕΤΑ ΤΗN ΠΑΡΕΛΑΣΗ (2)

Βλέπει στα σύννεφα της παλιάς θαλασσογραφίας
την περιπέτεια – όλη τη μέρα τον ραντίζει το φως
ξέρει ότι όλοι έχουν φύγει, μόνον αυτός έμεινε
γερά στον Οκτώβρη του 40 αγκιστρωμένος
να θυμάται τα πάντα σα να ήταν τώρα
αναπνέει αργά για να μην ξυπνήσει τον εχθρό
έχει ξυπνήσει μέσα στο όνειρο του εγγονού του
τα ακροδάχτυλα ακόμα σύξυλα
αλλά βλέπει καθαρά τα πάντα
ακούει τα πάντα κι αυτό μετράει
κάθε ήχος ένα καρφί ένα πείσμα
πατήματα αλόγων, θα κλείσει το ραδιόφωνο
θα περιμένει έναν έναν τους συντρόφους του
κι ας αργήσουν όσο θέλουν
εκείνος είναι η μουσική.

*

Η ΕΓΚΥΡΗ ΒΟΣΤΩΝΗ

Η χλόη εδώ είναι από δάνειο του ουρανού
τα έλατα αψίδες
ξέρουν πώς να ενώνουν τις κορυφές τους
ψηλά στα σύννεφα
στους πίνακες της αλήθειας
οι σημύδες μεταφυτεύονται εύκολα χαρτί
αρκεί να μου γράφεις
οι κάκτοι, οι σκλήθρες,τα κυδώνια
όλα στη θέση τους, έμφορτα εμμονών
ο αέρας, ένας θρίαμβος επιστροφής
ναι, πάλι από την αρχή
να θυμίζω πράγματα
που ήταν κάποτε δικά μας
και τώρα ανήκουν κι εγώ δεν ξέρω πού
μια οικογένεια ρακούνς μετακόμισε εδώ
που ήταν άλλοτε η σκέψη μας
η ξύλινη στέγη
ένα σημάδι αύριο στον τυφώνα
που θα κτυπήσει την Ανατολική Ακτή
αλλά ούτε κι αυτό θα κρατήσει
τίποτα, ισχυρίζεται η κίσσα,
τίποτα επιμένει βράδυ πρωί
μόνο η εγρήγορση
μέσα στα κύτταρα μετράει
ότι η πόλη είναι επίλεκτη και άφαντη μαζί
απλώς ένα σκουπιδάκι στο μάτι
κι όμως το πιστεύεις, το περιμένεις
να επιζήσει το όνομα τουλάχιστον
το πράσινο χρώμα, το πορφυρό
το κοράλλι των ιστών
τα δέκα κομμάτια της τσαγιέρας
όλα μαζί, το ξέρω, πάλι
να ξαναγίνουν θέλουν μία πορσελάνη
οστά και ψυχή του στερεώματος
κι ας είναι αυτή τη φορά, την τελευταία
από τις λέξεις μας μόνο.

*

ΤΑ ΕΠΙΝΙΚΙΑ

Πώς με βρήκες και με σταμάτησες
μέσα στην τρέλα εκείνης της νύχτας
όταν τα πάντα είχαν πάρει φωτιά
πώς με ξεχώρισες ανάμεσα σε τόσους
που έτρεχαν και χάνονταν
μέσα στο θέρος του μηδενός
πότε πρόλαβες και με είδες
μόλις άρχισε να με σκεπάζει ολόκληρο
το βαρύ κύμα της λήθης

ένα βότσαλο εκεί
στο κέντρο του νου θυμίζει τώρα
όχι μόνο ότι κάποτε μιλούσα κι έγραφα για σένα
αλλά και το πώς πέρασα με τόση ευκολία
με τόση χαρά
μέσα στο άπειρο της σοφίας σου
σώμα.

*

ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Όσες φορές κι αν το διάβασα
εκείνο τον χάι κου του Ίσσα
ένιωθα πως ήταν η πρώτη
η μοναδική στιγμή.

Μετά περπατούσα συνέχεια δίπλα του
στη στέγη του βουνού
ο ίδιος επέμενε να την αποκαλεί κόλαση
κοιτάζοντας από την αρχή πάλι
τα λουλούδια ένα προς ένα
που έφταναν ως εκεί
μαζί με το φιδωτό μονοπάτι
προφέροντας με στοργή τα ονόματά τους
ενώ μετά από λίγο άρχιζε να ψάχνει
ανάμεσα στα τόσα σύννεφα της απειλής
εκείνο που θα έφερνε τη νεροποντή
– το είχε σχεδόν βρει
όταν έπεσαν οι πρώτες δυνατές σταγόνες
καρφιά
από ό, τι έμοιαζε ήδη
τόσο πολύ με το κεφάλι του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Hyami Gyoshū. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly