frear

Λάγιου, Ηλία Εγκώμιον – του Σπύρου Καρέλα

Έτσι το θέλησ’ ο Θεός – να σ’ αγαπήσω σφόδρα
και με τον κάθε σου ρυθμό σφοδρός να ταυτιστώ
και τώρα που αγρίεψε, κάπως, του βίου η ώρα
παρακαλώ σε δέξου το, το εγκώμιον αυτό.

Μύξα, σα μύξα είν’ η Ποίηση
περιττή, επιβλαβής, που βγαίνει
αφού κλωθοπαρασκευάσθηκε, καιρούς
μες στα ρουθούνια. Και το σώμα, την κεφαλή
απ’ την ζαλάδα αλαφραίνει.

Έλα, Κυρά επιούσια, του χάρτου μου ευλογία
εντός ετούτης της γραφής της τόσο αναγκερής.
Έλα, και φύσα, στάλαξε, της αύρας την υγεία
και κάνε αυτόν που την βαστά, αυρότατο, αν μπορείς.

Κι αν δεν μπορείς, αισθάνομαι, και το καταλαβαίνω.
Σ’ εμάς, που Νόμος έταξε να ζούμε ολοσχερείς
δεν είναι πράγμα εύκολο να πεις «εντός διαβαίνω
φυσώ, σταλάζω κι ύστερα απέρχομαι απληγής».

Ακόμα, Ηλία, δυστυχώς, να παύσει ετούτη η αντάρα.
Θα ‘θελα να σε γνώριζα στον κόσμο των θνητών,
να μάθαινα πώς μπόραες για λίγο να ησυχάζεις
κι άντεξες, πήγες κι έσβησες
τεσσαρακονταετής.

Απ’ το μπαλκόνι κράταγες τους οίστρους και τις μπόρες
κι εντός εκλωθογύρνααν βουβάλια κι ουρλιαχτά.
Ήταν τα αφεύγατα, θαρρώ, κι οι προκυμαίες ώρες
που σπάζουνε απάνω τους τα λάβρα σωθικά.

Και μη μπορώντας άλλο πια, τα κάγκελα ν’ αδράχνεις
και λησμονώντας της βαρύτητας το τράβηγμα το ευθύ
τα χέρια – «αέρα!» – άφησες –ουφ! πια από το μολύβι
και βούτηξες κι αισθάνθηκες την πρώτη σιγαλιά.

Και τρέμανε τα μέλη σου, και ρώταγαν τα μάτια
ως πότε θ’ αντικρύζουνε αυτό το βίαιο φως
κι αποκρινόσουνα εσύ: «Λάγιος εγώ, όχι σαύρα
Άλλοι στο χώμα σέρνονται και άλλος ο νεκρός».

Και τέτοια ωραία ακούγοντας, οι Μούσες, εχαρήκαν
και άπλωσαν τα χέρια τους για χάδι απαλό
μα ως κι αυτές απέφυγες και τράβηξες πιο πέρα
λέγοντας μόνος σιγανά: «Λάγιος δεν είμαι εγώ,

Λύκος είμαι και άγιος και Λάμβδα ωραίο που μόνο
οικόσημο μαρμάρινο στολίζει αρχοντικό,
Αρχοντικό, των όμορφων και των απελπισμένων
των άμορφων, που ένιωσα κι έψαλα μόνο εγώ.

Κι ακόμα αν δεν επέρασε και ζει η ποίησή μου
είναι που η ζαλάδα σας ακόμα δεν περνά.
Και αν εντός σας νιώθετε ακόμα το κορμί μου
είναι η μέθη του παντός, που κλώθει και γυρνά».

Από τα κάγκελα του νου κι απ’ της νυχτιάς τα ύψη
έπεσες, και γκρεμίστηκες σ’ αιώνια φωταυγή
κι αναρωτιέμαι, πιότερο σε ποιόνανε θα λείψει
το τρελοφώς που κόμιζες, στη σήψη ή στη ζωή;

Νά ‘ρθει κι η πικρομάνα σου λίγο να σε χαϊδέψει
στο παγωμένο μέτωπο, στ’ ακίνητα μαλλιά,
νά ‘ρθει, κι από το μνήμα της μέσα να σε κηδέψει.
Μα πώς ταφή; Το σώμα σου αρχίζει και πετά.

Μα να, ζυγώνει από μακριά, κι η πρωτοκρούστρα αγάπη,
εκείνη που την έκλαψες αργότερα πικρά.
Να τη, ζυγώνει, πιο κοντά, μάλλον να σου πει κάτι…
κοίταξε, κοίτα, κοίτα την, πώς λάμπει, πώς γελά!

Οι δρόμοι όλοι ντύθηκαν και λάβαν τη μορφή σου
και με τη θεία μετάληψη μεθύσαν οι ουρανοί,
«ο κόσμος ερωτεύτηκε στα μάτια, στη φωνή σου»
κι όλοι σε κράξαν Άγιο, Τιτάνα κι εμμανή.

Έρωτας είναι τους ποιητές που δένει μεταξύ τους
μ’ αόρατα κι αράγιστα κι ασύγκριτα δεσμά
όταν στο δρόμο αντικριστεί τυχαία η ποίησή τους
κι η μια στην άλλη, σαν σκυλιά, γαβγίζει και γυρνά.

Κι άμα ταιριάξουν οι φωνές και δέσουν οι οσμές τους
αυτές, εκεί, συνέχεια, συμπλέκονται -χαρά!-
κι όλο ζωντάνια γελαστή κουνάνε τις ουρές τους
μα ο κάθε ιδιοκτήτης τους σε λίγο τις τραβά.

Και με το ζόρι προσπαθούν να φύγουνε -μαρτύριο!
κοίταξε πώς παλεύουνε με λύσσα το λουρί
χοροπηδώντας, βγάζοντας τη γλώσσα τους στην ήττα,
στην πιο μεγάλη δύναμη του εγωπαθούς ποιητή.

Γιατί αυτός, αργότερα, και κάπως απορώντας
για του σκυλιού του την ορμή, τη συμπεριφορά
την άλλη μέρα απ’ το σημείο το ίδιο ξαναπερνώντας
βλέπει απ’ την άλλη να ‘ρχεται ο άλλος, και του μιλά.

(Και έτσι απ’ τις ποιήσεις τους τα φτιάχνουν οι ποιητές τους).

Αυτός δεν είναι Λάγιος Αυτός δεν είναι Ηλίας,
Ηλίου ώρα ορίζεται, έγερση του παντός,
πλεόνασμα της ομιλιάς, ήττα της αλαλίας
τυραγνισμένος έζησε- αγάλλεται νεκρός.

Γι’ αυτό, αναγνώστη, σαν περνάς από το μνήμα ετούτο
να μη θαρρείς πως κόκκαλα φυλάσσει και λοιπά.
Μόνο το βήμα βράδυνε, κι άκουσε το λαγούτο
που γύρω αγάλι απλώνεται τερπνά και υμνητικά.

Και σταύρωσε τα χέρια σου, σκύψε το μέτωπό σου
κι αυτά τα λόγια διάβασε που ‘ναι γραμμένα εκεί.
Κι όταν θα στρώνεις – βράδυ πια – το ωραίο προσκέφαλό σου
σκέψου λιγάκι πού αυτός, και πού κοιμάσαι εσύ.

Αυτός στα μέγα δώματα και στα βαθιά σεντόνια
κι εσύ στα ξυλοκρέβατα πολυκατοικιών.
Γιατί – το ξέρεις άλλωστε – αλλιώς λαλούν τ’ αηδόνια
κι άλλη ’ν’ η μοίρα των ποιητών απ’ των λοιπών θνητών.

Και τούτα ’δώ τα κρώσματα υψιπετή αν σου μοιάζουν
κι αταίριαστα, αλαζονικά, κύμβαλα ιθαγενών,
δικαίως, μάθε, επαίρονται, γιατί στη λάσπη εδράζουν
κι έχουνε χάμω κυλιστεί – όπως ποτέ σου εσύ.

Κι έχουν μπορέσει, μια στιγμή, που φύσηξε λιγάκι,
έχουν μπορέσει, μια στιγμή, και σήκωσαν κορμί
κι είδαν αλλιώς τον ουρανό, κι αλλιώς το αεράκι
κι ευγνωμονήσαν πάνδακροι- όπως ποτέ σου εσύ.

Αυτά μου αρκουν. Μα ως αρμόζει
το εγκώμιο θα κλείσω με δυο λόγια όχι δικά. Μα σου.
Παρμένα εδώ κι εκεί.

Αντιγράφω:

«Λυκόπουλα τέκνα μου, μέλλοντες όμοιοί μου,
οσμιστείτε:
Δεν θα πεθάνουμε ποτέ»

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία, όπως και οι περισσότερες του ποιητή που κυκλοφορούν ανωνύμως στο διαδίκτυο, είναι του Βασίλη Γόνη. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly