Περίκλειστος στην αυτάρκειά του
Μονοσάνδαλος βαδίζει, το πρωί
στης λαξεμένης πέτρας τον ίσκιο
Το δειλινό, στον κήπο των ειδώλων του
Τόπος κανένας γαλανός
Μόνη η ψυχή στις επιθέσεις
Παιδαγωγός ο Ουρανός
Τον έμαθε να περπατά, ποτέ μακριά –
Μα όχι…
Βηματίζει πίσω μπρος στο ίδιο σημείο
Η νύφη του, ψάχνει το δρόμο
Διψά, και το σύννεφο της δίνει νερό
-της ξεριζωμένης απ’ το φως-
Πεινά, και το δάσος την κοιμίζει στα σπλάχνα του
Σ’ απόμερο ξωκλήσι στέκεται
Κάτω απ’ την αμυγδαλιά λευκή
Σπαρταρούν στο στήθος της τα ψάρια
Ρίζες αιωνόβιες ξεψυχούν στ’ άσπρο πέπλο
Στέκεται
Στέκεται
Άνεμος θυμός ξάφνου την συνεπαίρνει
Χτυπά τα σήμαντρα στα μικρά βουνά
Με γόνατα κόκκινα ψάχνει τον αγαπημένο
Το νυφικό σημαία παραδομένη στον αγέρα
Σκισμένη
Κυματίζει η φωνή της
Ταξιδεύει γοργά
Γυμνή
Γυμνή σπάζει την πόρτα του κάστρου του
Ιαχή τ’ όνομά του, στα χείλη της.
Τα ψάρια αναπνέουν πάλι,
οι ρίζες δέντρα γίνονται
γεμάτα παραμύθια.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]
Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.







