frear

Για την Αντζελίνα Ουέλντ Γκρίμκι – του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Αντζελίνα Ουέλντ Γκρίμκι (1880-1958)
(Μια ατρόμητη ποιήτρια και χρονικογράφος των προσωπικών και πολιτικών διλημμάτων)

Η Αντζελίνα Ουέλντ Γκρίμκι (1880-1958) ήταν ποιήτρια και εκπαιδευτικός από μια εξέχουσα και πολυφυλετική οικογένεια. Το δημοσιευμένο της έργο περιλαμβάνει παθιασμένες διαμαρτυρίες κατά του ρατσισμού και απεικονίζει εύγλωττα τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι αφροαμερικανοί στις αρχές του 20ου αιώνα. Η Αντζελίνα Ουέλντ Γκρίμκι, γεννήθηκε στη Βοστώνη της Μασαχουσέτης, στις 27 Φεβρουαρίου, 1880. Η μητέρα της, Sarah Stanley, ήταν λευκή και εργάστηκε ως φιλόλογος. Ο πατέρας της Αντζελίνα, Άρτσιμπαλντ Γκρίμκι (1849-1930), ήταν γνωστός μαύρος δικηγόρος, διπλωμάτης και λόγιος. Οι γονείς της είχαν μια πολυτάραχη και δύσκολη σχέση, εν μέρει λόγω των κοινωνικών πιέσεων δεδομένου ότι ήταν ζευγάρι από διαφορετικές φυλές, κι έτσι χώρισαν το 1883. Η μητέρα της, μετακόμισε στο Σαν Ντιέγκο, στην Καλιφόρνια, και πολύ μικρή επαφή είχε με την κόρη της μετά την αποχώρησή της από την πόλη της Βοστώνης. Μεγαλωμένη από τον πατέρα της σε ένα περιβάλλον που κατέτασσε την εκπαίδευση και την κοινωνική τάξη πάνω απ’ όλα, η Αντζελίνα Γκρίμκι, διακρίθηκε ακαδημαϊκά και στη δημόσια ζωή, αλλά μέσα της ένοιωθε την έντονη πίεση να πετύχει. Η παρακολούθηση σε μερικά από τα καλύτερα σχολεία που υπήρχαν στη διάθεση των Αφροαμερικανών, ενίσχυσε την αίσθηση του καθήκοντος απέναντι στο όνομα της οικογένειάς της.

Όταν γράφτηκε σε σχολείο στη Βοστώνη, ο πατέρας της είχε ήδη υπηρετήσει ως Αμερικανός πρόξενος στη Δομινικανή Δημοκρατία, και οι συμφοιτητές της είχαν επίγνωση του μεγαλείου της θείας της, Αντζελίνα Έμιλυ Γκρίμκι (1805-1879), μεγάλης πολιτικής ακτιβίστριας, ειδικά στο επίμαχο θέμα της ψηφοφορίας των γυναικών. Μεγαλώνοντας και με την πάροδο του χρόνου, διαμόρφωσε την προσωπική της φωνή, εκείνη μιας ποιήτριας, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ισορροπήσει την αίσθηση απέναντι στον εαυτό της και στη φήμη της οικογένειάς της. Δημοσίευσε το πρώτο της ποίημα σε ηλικία δεκατριών ετών, και από τότε συνέχισε αθόρυβα να γράφει. Αφού απέκτησε το πτυχίο της, μετακόμισε στην Ουάσιγκτον, όπου ζούσαν κάποιοι θείοι της. Μετά το εγνωσμένο ενδιαφέρον της στην εκπαίδευση, γενικότερα, και λαμβάνοντας υπόψη την επιθυμία του πατέρα της, να γίνει δηλαδή μια αξιοσέβαστη γυναίκα στην κοινωνία, η Αντζελίνα Γκρίμκι, βρήκε δουλειά στη διδασκαλία της φυσικής αγωγής σε μια επαγγελματική σχολή. Εν τω μεταξύ, συνέχισε να γράφει, και τα πρώτα αξιοσημείωτα ποιήματά της, που δημοσιεύθηκαν στην Βοστώνη και στην Ουάσιγκτον, αφορούσαν τη σφαίρα της φυλετικής πολιτικής. Μερικοί κριτικοί άρχισαν να φοβούνται ότι οι όποιες επιθέσεις στην υπάρχουσα προκατάληψη, ήταν αρκετές για να προκαλέσουν ανεξέλεγκτη βία στους δρόμους και τελικά να υποκινήσουν τους μαύρους για εξέγερση ενάντια στην καταπίεση. Παρά τον ενθουσιασμό που προκάλεσαν τα γραπτά της, εκείνη παρέμεινε εσωστρεφής και αφιερωμένη στην ήρεμη ζωή ενός δασκάλου. Κατά τη διάρκεια των καλοκαιριών της, πήρε μερικά μαθήματα στο Χάρβαρντ, και το 1907, έγινε καθηγήτρια αγγλικών σε Γυμνάσιο της Ουάσιγκτον. Λίγο αργότερα, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα με περιεχόμενο την αγάπη. Επιτέθηκε κατά του ρατσισμού, αλλά την ίδια στιγμή έδειχνε ολοφάνερα ότι τόσο οι οικογένειες, όσο και οι μεγάλες αγάπες, συχνά σπαράσσονταν από τα επώδυνα φυλετικά θέματα.

Το 1911, σε ένα σιδηροδρομικό δυστύχημα υπέστη σημαντικές κακώσεις της σπονδυλικής στήλης, γεγονός που την ώθησε σε μια αίσθηση απομόνωσης. Η νέα φυσική αναπηρία της την οδήγησε να περνά τον περισσότερο χρόνο στο γραφείο της, παρά να διακινδυνεύσει την όποια έξοδο από το σπίτι ή την είσοδο και την υποχρεωτική ορθοστασία σε τάξη διδασκαλίας.

Λίγο μετά το ατύχημα, άρχισε να εργάζεται πάνω στο έργο ‘Rachel’, όπου εξιστορούσε τη θλιβερή ιστορία των αφροαμερικανών γυναικών που επέλεγαν να παραιτηθούν από την απόκτηση παιδιών στο πρόσωπο μιας κοινωνίας που δεν εκτιμούσε τους μαύρους. Εκείνη την εποχή, η Εθνική Ένωση για την Πρόοδο των Εγχρώμων Ατόμων, ήταν αφοσιωμένη στην προώθηση της μαύρης κουλτούρας μέσω διαφόρων προγραμμάτων. Έτσι η Αντζελίνα Γκρίμκι, το 1916, έγινε η πρώτη μαύρη γυναίκα που είδε το έργο της σε θεατρική παράσταση, σε δημόσιο θέατρο, και μάλιστα με τεράστια επιτυχία και αναγνώριση. Περίπου την ίδια περίοδο, ασχολήθηκε με σύντομες ιστορίες, δημοσίευσε αρκετές έρευνες σε έννοιες όπως της μητρότητας και της θηλυκότητας μέσα σε μια μαύρη κουλτούρα η οποία είχε από καιρό ανατραπεί από τους λευκούς.

Παρά το γεγονός ότι ήταν ακόμα σχετικά νέα, αποσύρθηκε από τη διδασκαλία το 1926, αλλά παρέμεινε στην Ουάσιγκτον, όπου είχε συνταξιοδοτηθεί ο πατέρας της. Η υγεία του όσο περνούσε ο καιρός χειροτέρευε, κι’ έτσι ήταν αναγκασμένη να μένει μαζί του και να τον φροντίζει συνεχώς μέχρι το 1930. Μπόρεσε όμως κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, να παρακολουθεί τα λογοτεχνικά σαλόνια που φιλοξενούσε η ποιήτρια Georgia Douglas Johnson. Το ταλέντο της, επαινέθηκε από ποιητές και συγγραφείς της Αναγέννησης του Χάρλεμ, συμπεριλαμβανομένων των Λάνγκστον Χιουζ και Κάουντυ Κάλλεν, αλλά ποτέ δεν προσπάθησε να συμμετέχει πλήρως και να γίνει πιο ενεργό μέλος εκείνης της μαύρης πολιτισμικής κοινότητας της εποχής. Ο Κάουντυ Κάλλεν, μάλιστα, προσπάθησε να την πείσει να δημοσιεύσει σε μια ανθολογία, το 1927, χωρίς αποτέλεσμα. Με το θάνατο του πατέρα της, το 1930, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ξαναδημοσίευσε και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της σε ήσυχη απομόνωση, μέχρι στις 10 του Ιούνη 1958 που πέθανε.
Σε σύγκριση με τη μικρή ποσότητα του έργου που επέτρεψε να δημοσιευθεί κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Αντζελίνα Γκρίμκι, άφησε ογκώδη προσωπικά έγγραφα και ανέκδοτα έργα πίσω της. Τα ποιήματα είναι τόσο λεπτομερή έργα αγάπης και πάθους, τα οποία όμως, όπως πιστεύουν οι ιστορικοί της λογοτεχνίας, φοβόταν να δημοσιεύσει για τον κίνδυνο σκανδάλου που μπορεί να ξέσπαγε στο όνομα της οικογένειά της. Κάποια ποιήματά της αποδίδουν καλύτερα τον ψυχικό της κόσμο.

Τα μάτια της λύπης μου
Ένα ποίημα της Αντζελίνα Ουέλντ Γκρίμκι

Πάντα κατά το σούρουπο, η ίδια άδακρυς εμπειρία,
Το ίδιο σύρσιμο των ποδιών μέχρι το χιλιοπατημένο μονοπάτι
Στον ίδιο συνηθισμένο βράχο
Το ίδιο βαθύ κόκκινο χρώμα ή χρυσό που πέφτει πέρα μακριά απ’ τον ήλιο
Οι ίδιες αποχρώσεις, τριανταφυλλί, σαφράν, μοβ, λεβάντα, γκρι
Συνάντηση, ανακάτεμα, μίξη αόριστη
Μπροστά μου ο ίδιος μπλε μαύρος κέδρος μεγαλώνει οδοντωτά σ’ ένα βαθμό
Πάνω απ’ αυτό, τα ίδια αργά ξεσκέπαστα δίδυμα αστέρια,
Δύο μάτια, ανεξιχνίαστα, που πνίγουν την ψυχή,
Παρατηρώντας, βλέποντας, βλέποντας εμένα
Τα ίδια δύο μάτια που με σέρνουν μπροστά, παρά τη θέλησή μου
το ένα σούρουπο μετά το άλλο
Τα ίδια δύο μάτια που με κρατούν καθισμένη μέχρι αργά το
βράδυ, το πηγούνι στα γόνατα
Με κρατούν εκεί μονάχη, ακίνητη, χωρίς δάκρυα, μουδιασμένη
δυστυχισμένη
Τα μάτια της Λύπης μου.

The Eyes of My Regret

Always at dusk, the same tearless experience,
The same dragging of feet up the same well-worn path
To the same well-worn rock;
The same crimson or gold dropping away of the sun
The same tints, – rose, saffron, violet, lavender, grey
Meeting, mingling, mixing mistily;
Before me the same blue black cedar rising jaggedly to
a point;
Over it, the same slow unlidding of twin stars,
Two eyes, unfathomable, soul-searing,
Watching, watching, watching me;
The same two eyes that draw me forth, against my will
dusk after dusk;
The same two eyes that keep me sitting late into the
night, chin on knees
Keep me there lonely, rigid, tearless, numbly
miserable –
The eyes of my Regret.

Δεκαετίες μετά το θάνατό της και παρά την όποια απώλεια ευαισθητοποίησης του κοινού στην αρχή τουλάχιστον, το έργο της επέστρεψε στη δημοσιότητα και δημοτικότητα. Η Αντζελίνα Γκρίμκι, πάνω απ’ όλα, υπήρξε μια λυρική και ατρόμητη χρονικογράφος των προσωπικών και πολιτικών διλημμάτων της εποχής της. Υπερηφανευόταν το γεγονός ότι ήταν λεσβία, αλλά μετά το θάνατο του πατέρα της, γιατί η ομοφυλοφιλία στα χρόνια του ήταν κάτι το εξαιρετικά παρακινδυνευμένο. Η διάθεση του ποιήματος ‘Τα μάτια της λύπης μου’, είναι αρκετά λυπητερή και προκαλεί στον αναγνώστη συναισθήματα μελαγχολίας και ηρεμίας. Οι εικόνες που μας φέρνει μπροστά, είναι γεμάτες χρώματα έτσι ώστε να ενισχύεται το μήνυμα του ποιήματος και να απελευθερώνει τα βαθιά κρυμμένα συναισθήματα που είναι υπεύθυνα για τη λύπη της αφηγήτριας.

Το μαύρο δάχτυλο

Μόλις είδα ένα όμορφο πράγμα
Λεπτό και ήρεμο,
Ενάντια σ’ ένα χρυσό, χρυσό ουρανό,
Ένα ίσιο κυπαρίσσι,
Ευαίσθητο
Πανέμορφο,
Ένα μαύρο δάχτυλο
Που δείχνει προς τα πάνω.
Γιατί, όμορφο, ακίνητο δάχτυλο είσαι μαύρο;
Και γιατί δείχνεις προς τα πάνω;

The Black Finger

I have just seen a beautiful thing
Slim and still,
Against a gold, gold sky,
A straight cypress,
Sensitive
Exquisite,
A black finger
Pointing upwards.
Why, beautiful, still finger are you black?
And why are you pointing upwards?


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: