Σωπάστε∙
δεν είναι το πένθος που ηχεί
Πάνω απ’ τα κύματα
με χέρια ανοιχτά
τα γόνατά της σταυρωμένα
η Μπερνάρντα Άλμπα μετέωρη αφρίζει
«Περπάτησε για χάρη μας∙
δείξε μας πώς μεσοπέλαγα
χωνεύεται το θαύμα»
φωνάζουμε,
όρθιες
στην κόψη του γιαλού,
τα φουστάνια μας στον άνεμο
ανοίγουν
φουσκώνουν
αλλόκοτες σημαίες
Έτσι
με στήθη ανθισμένα
ρώγες αλμυρές
θα επιστρέψουμε στο σπίτι
Σταυροβελονιά να κεντήσουμε
ονόματα νεκρών πάνω στο ψωμί
τριαντάφυλλα στον ξένο φράχτη
Σιωπηλά θ’ ανάψουμε το χάραμα καντήλι
στα χέρια μας η ελάχιστη ενοχή
Που δεν της μαρτυρήσαμε
πως πρήστηκαν οι ρόζοι
και ραγίζει το ραβδί,
απ’ τα σπλάχνα βλασταίνει
ρέει λάβα η παλιά λαχτάρα∙
γιατί κουρδίζει πάλι το μέταλλο της γης
— κάπως έπρεπε να λάμψει ο ουρανός
Κι εμείς με ξάστερη ματιά
άλλο πια μεσίστιες
το χώμα δεν κοιτάμε
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Ernst Haas.]







