frear

Μια ιστορία του συρμού – της Δήμητρας Σταύρου

Ταξιδεύω όρθια στο Μετρό με σκοπό να κατέβω στο κέντρο της Αθήνας, στην πλατεία Ομονοίας. Μέσα στο βαγόνι δυο γυναίκες μιλούν μεταξύ τους. Η νεότερη λεπτή, περιποιημένη, περί τα τριανταπέντε, διακριτικά μακιγιαρισμένη, βαμμένο μαλλί, παντελόνι, μποτάκια με τακούνι, δερμάτινο μπουφάν, αεράτη, μοντέρνα παρουσία. Η μεγαλύτερη επίσης λεπτή, πιο κοντή, με μαύρη φούστα, ευρύχωρη, μαύρη ζακέτα πλεγμένη με βελόνες, μαύρο καλσόν. Στα ασημί, άβαφα, δεμένα μαλλιά ένα μαύρο μαντήλι χαλαρό, να γέρνει στο κεφάλι αλλά να μην πέφτει στους ώμους. Στα ποδαράκια της παραδόξως, αντί για παπούτσια, μαύρες παντόφλες. Μια διόλου περιποιημένη και παρά ταύτα όμορφη γυναίκα, συνεσταλμένη, σιωπηλή, φιλοξενούμενη από κάποια Νεάπολη, του Λασιθίου ή της Λακωνίας ή, μήπως, της Κοζάνης. Μια μορφή ξεχασμένη σε κάποιο αναγνωστικό του σχολείου. Έμοιαζε πως μπορούσε να σου δείξει πώς να ανοίγεις φύλλο, πώς να σεντονιάζεις τις παλιές, μάλλινες κουβέρτες για να μην τσιμπάνε, πώς να φιλεύεις γλυκό του κουταλιού με το κουτάλι της σούπας.

Ιστορίες γυναικών πάνε και έρχονται, με ταχύτητα γρηγορότερη του τρένου, ανάβουν και σβήνουν στο μυαλό μου, η μία μετά την άλλη, ασταμάτητα. Η Βιργινία, χήρα σαράντα χρονών με τρία μικρά παιδιά λίγο μετά την Κατοχή. Το πρώτο βράδυ, κλειδώνοντας μόνη πια την πόρτα του σπιτιού της, σκέφτηκε: Να μαζέψω τα τρία παιδιά, να μπούμε σε μια βάρκα και να ξανοιχτούμε στο πέλαγος. Γύρισε και κοίταξε την Παναγία, άναψε το καντηλάκι που είχε σβήσει και συνέχισε να ζει. Η κυρα-Στάσα, νοικοκυρά, με τους πέντε της γιους, που σήμερα τη γηροκομεί το ανύπαντρο στερνοπαίδι της, εργάτης στα αλουμίνια, φροντίζοντας μαζί και τις ορφανεμένες οικογένειες όλων των υπολοίπων αδελφών. Η Ελισσάβετ, νοσοκόμα, που πρώτη φορά έμεινε έγκυος έχοντας κατάκοιτη την πεθερά της. Αποφάσισαν από κοινού με τον άντρα της να αναβάλουν τεχνητά τη γέννηση ενός μωρού σε εκείνη τη δύσκολη στιγμή ‒η Ελισσάβετ δεν έμεινε ποτέ ξανά έγκυος. Οι τρεις γειτόνισσες, συμμαθήτριες στο σχολείο: η Νίνα, που μετά από επτά αποβολές μπόρεσε να κρατήσει στα χέρια της το μονάκριβο αγόρι της, η Βασιλική, με έξι εγκυμοσύνες χωρίς απώλειες, δυο φορές δίδυμα, οκτώ παιδιά, και η Μαρία, τρυφερή χωρίς σύζυγο, μητρική χωρίς παιδιά, με την αυτόφωτη αγάπη της για τη ζωή.

Οι δυο γυναίκες μέσα στον συρμό κουβεντιάζουν, δεν τις ξέρω, είναι μακριά, δεν τις ακούω, πιθανολογώ πως είναι μάνα και κόρη, δυο πρόσωπα που δεν μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους, δυο βλέμματα, που με ιλαρότητα απευθύνονται το ένα στο άλλο. Έχοντας ξεπεράσει πια την αντιπαλότητα, έχοντας επαναπροσδιορίσει τους ρόλους τους, έχοντας ξαναβρεί την αποδοχή μεταξύ τους. Έχοντας κυρίως αποδεχτεί πως όλα, μα όλα, έχουν μία θέση στη ροή των πραγμάτων του κόσμου. Προβλέψιμος μέσος όρος δεν υπήρξε ποτέ. Και ούτε θα υπάρξει. Ιστορίες γυναικών ανάβουν και σβήνουν δίχως χρονολογική σειρά, με ακανόνιστη διάρκεια, ανάβουν και σβύνουν ασταμάτητα, η μία μετά την άλλη, κεράκια στο μανουάλι του Αγιάσαντος μήτραν παρθενικήν.

Οι πόρτες ανοίγουν, το βαγόνι του συρμού γεννάει αδιακρίτως. Διακρίνω όμως εγώ πως κατεβαίνουμε στην Ομόνοια μαζί με τις δύο γυναίκες. Ανεβαίνω τις σκάλες. Δίπλα μου ανεβαίνουν και εκείνες με πιο αργά βήματα. Τις προσπερνώ. Απλώνω το χέρι μου και χαϊδεύω απαλά και στιγμιαία το μπράτσο της μεγαλύτερης. Εκείνη γυρνάει παραξενεμένη, με κοιτά και της χαμογελώ. Τα μάτια της κόρης φωτίζονται:

– Είδες, καλέ μάνα, όπου σε πηγαίνω, όλοι σε αγαπάνε.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: