Φλόγα, φλόγα, φώναξε η κυρία με το άσπρο καπέλο.
Θανάση φλόγα, έλα καλέ .
Ο Θανάσης δεν αποκρίθηκε. Αυτή όμως συνέχισε να τον καλεί, με την τραγουδιστή φωνή της, κοιτώντας μια προς τον δρόμο και μια προς το πέλαγος.
Θανάση φλόγα, άσε το ποδήλατο σου κι έλα και δώστου γέλια και χαρές.
Έκανε δυο απλωτές κι άρχισε το τραγούδι: Θάλασσα πλατιά, σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις…. Και πετούσε το πόδι της έξω από το νερό λες κι ήταν έμπειρη αθλήτρια συγχρονισμένης κολύμβησης.
Με διακριτικότητα, αν και δεν φαινόμουν ανάμεσα από τα αλμυρίκια που φύτρωναν στην ακρογιαλιά, γύρισα να δω ποιος είναι αυτός ο Θανάσης που αρνιόταν να την ακολουθήσει στην ομολογουμένως ζεστή και ήρεμη θάλασσα.
Με έκπληξη διαπίστωσα ότι στο δρόμο δεν υπήρχε κανείς, ούτε Θανάσης ούτε ποδήλατο, κανείς, απολύτως κανείς, ερημιά.
Ήταν ένα μελαγχολικό συννεφιασμένο απόγευμα του Σεπτέμβρη, η κυρία με το άσπρο καπέλο καιγόταν από τις αναμνήσεις της κι εγώ από περιέργεια.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Νuria Μeseguer.]







