Εκεί που το κορμί του συναντούσε τη γη
κι αναπαυόταν, χωρίς όμως να είναι νεκρός,
αναρίγησε ολόκληρος
όταν μισάνοιξε τα μάτια του και είδε…
κάτι λευκό, κατάλευκο,
να εκπέμπει μια ιερότητα
και να κείτεται χάμω.
Και τότε, ένιωσε στ’ αλήθεια
πως είχε πεθάνει.
Μετά, είδε πως ήταν φτερά,
σκέτα φτερά, λευκά
και σκέφτηκε πως ήταν για ’κείνον,
πως τον περίμεναν να τα φορέσει.
Έκανε να σηκωθεί
μα προσγειώθηκε απότομα
κι έμεινε να κοιτάζει τα φτερά να ανοίγουν…
Έμοιαζε με θαύμα
κι εκείνος ήταν εν ζωή.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]








