Τετρακίνητο κλουβί με προοπτικές βλάστησης
Μακάρι να μπορούσα να ρωτήσω τη μητέρα
γιατί επιμένει να το βλέπει ως τρακάρισμα,
όταν μ’ έναν και μόνον ελιγμό
έδωσα κατάλυμα
σε τόσα πουλιά του χειμώνα.
Η εστία που λάμνει
Στο σπίτι μας έσπασε η βρύση.
Εμείς λουζόμασταν την αρχαία βροχή,
ο πατέρας είπε πως αυτά συμβαίνουν
κι η μάνα προσπαθούσε να γλιτώσει κάτι εικόνες
από βέβαιο πνιγμό.
Στο κέντρο του σπιτιού ακόμα τρεμοπαίζει μια λίμνη
οι επισκέπτες στέκονται τριγύρω της
και χαίρονται τη φοβερή ερμηνεία.
Κάτι βράδια εγώ
κατεβαίνω στα δάχτυλα
της πετάω στεφάνια
και προσεύχομαι.
Ιδιωτικός βίος
Τα βράδια
ακούω μόνο το τσιγάρο μου να καίγεται
δεν ξέρω πώς να στήσω ενέδρα στις Δευτέρες
κι η βουκαμβίλια στην αυλή
ανεξέλεγκτη
ούτε κι αυτή πια δε με σέβεται.
Αγνώστου πατρός
Δε μου μοιάζει.
Για ν’ ακούω όμως
τους χτύπους μου πάνω του,
μάλλον θα ’ναι δικό μου
αυτό το μικρό, ήσυχο
ποίημα.
[Από τη συλλογή Η στάση απέναντι, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016.]







