«δύναμη το όραμα σκορπά»
Γκαίτε, Φάουστ
Σήμερα ο ουρανός είναι καταγάλανος. Τόσο που νομίζεις ότι το χρώμα θα διαπεράσει τους χιτώνες των ματιών σου και θα πλημμυρίσει το μυαλό σου. Τον εξέτασα από το παράθυρο. Σύννεφο δεν φαινόταν. Ένα εκθαμβωτικό μπλε τετράγωνο πίσω από τα φύλλα του αλουμινίου και του δέντρου.
Αυτό δεν είναι ένα χρονικό. Κατέβηκα σήμερα το πρωί στον Πειραιά. Περπάτησα αρκετά. Το τρένο δεν θα περάσει μπροστά από την Αγία Τριάδα. Η γη άνοιξε πριν προλάβουν να σταθούν πάνω της οι ράγες. Ανάμεσα στα χώματα αναδεύονται ερείπια. Δεν ξέρω πολλά από αρχαία. Μου φάνηκε όμως ότι έβλεπα τείχη και όχι τοίχους σπιτιών. Κομμάτια πέτρας στέκονταν με στρατιωτική πειθαρχία το ένα δίπλα στο άλλο – θαρρείς από τον καιρό που τους δόθηκε το παράγγελμα. Μερικοί διαβάτες κοίταζαν αργόσχολα τον σκαμμένο δρόμο. Θα ερχόταν η αρχαιολογική υπηρεσία. Κανένας δεν ήταν εκεί. Ούτε ένα κόκκαλο να ασπρίζει προδίδοντας την αλλοτινή παρουσία ανθρώπων. Μονάχα οι στρατευμένοι τοίχοι πολλών εστιών που ενώθηκαν κάποτε για να τειχίσουν την πόλη…
Σήμερα παραλίγο να βυθιστεί το «Παναγία Τήνου» μες στο λιμάνι μας. Δεν το είδα, μου το είπαν. Τα κτήρια το απέκρυψαν από τα μάτια μου. Όχι τα απρόσωπα κτήρια της μεγαλούπολης. Τα ταλαιπωρημένα κτίσματα με τις ταμπέλες και τα κουδούνια έγιναν φράχτης υπακούοντας ίσως στο ίδιο αρχαίο παράγγελμα.
Το πλοίο το βλέπαμε αδειασμένο από καιρό. Σχεδόν παροπλισμένο. Αργότερα μάθαμε πώς το είχαν κατασχέσει. Η απώλεια δεν θα ήταν μεγάλη. Δεν θα πνιγόταν κανείς, η θάλασσα δεν θα μολυνόταν από τα τελειωμένα του καύσιμα και πιθανότατα δεν θα ζητούνταν από κανέναν ευθύνες. Όπως και να το πάρουμε δεν θα ήταν σοβαρή η απώλεια. Άλλα καράβια είχαν αναλάβει από καιρό το δρομολόγιο του και το μόνο που του απέμενε ήταν η αλλοτινή φήμη και το μεγάλο του όνομα.
Σήμερα μια μεγάλη μέρα κατέβηκε στη γη από τον γαλάζιο ουρανό. Άκουσα μία γυναίκα στο σούπερ μάρκετ. « Χθες μου έβαλαν αίμα. Σήμερα νιώθω καλά. Μπορώ να περπατήσω μόνη. Θα είμαι καλά για λίγες μέρες ακόμα. Έπειτα θα αρχίσω και πάλι να πέφτω.»
Το πλοίο έπεσε μέσα στη θάλασσα. Δεν χρειάστηκαν κύματα, τρίαινες και οργισμένες θεότητες. Άρχισε να γέρνει λίγο πριν το μεσημέρι. Η θάλασσα εισχώρησε δειλά-δειλά στο ρήγμα και έπειτα ανοίχτηκε στα αμπάρια του πλοίου. Επαναλαμβάνω πώς η χασούρα δεν θα ήταν μεγάλη. Το να βυθίζεται ένα πλοίο μέσα στο ίδιο σου το λιμάνι είναι όμως μια ήττα. Δεν μιλώ για τις τεχνικές και αρμόδιες υπηρεσίες. Είναι μια ήττα για σένα που μεγάλωσες σε αυτήν την πόλη ακούγοντας κάπου-κάπου τα σφυρίγματα του με τη βεβαιότητα ότι τα πράγματα –στο βαθμό που τους είναι δυνατόν– βαίνουν καλώς. Είναι ακόμα μια ήττα για εκείνους που γράφτηκε ότι ζωγράφιζαν χαρούμενα πρόσωπα στη «μπίντα» που δενόταν το παλαμάρι. Σημάδι πώς το χαμόγελο δεν μπορεί να κρατήσει.
Αυτό δεν είναι ένα χρονικό. Στο άκουσμα του κακού καταφεύγεις σε μαντείες. Είναι η αναζήτηση του Θείου στην πάνδημη της εκδοχή. Τι άγγελμα μας φέρνει ένα ναυάγιο στα καλά του καθουμένου; Στην αποβάθρα, ανάμεσα στους λιμενεργάτες και τους ρεπόρτερ περιφέρεται ο αόρατος θίασος. Επιμελώς κρυμμένος στα βλέμματα περιέργων και περαστικών σκαρώνει τον καινούριο σκοπό του.
Αυτός ο ουρανός μας κοιτά μες στην αχλή της ενιαίας του ακτινοβολίας. Μας έφερε το ξημέρωμα για να ανακαλύψουμε και πάλι το άγαλμα νεκρό «εν μέσαις Αθήναις». Κράτησε μπροστά στα μάτια μας το άφαντο κεφάλι της αιχμάλωτης γυναίκας σαν να μας έλεγε: «Να έτσι είσαστε και εσείς, ακέφαλοι. Ελάτε, θαυμάστε τα ιδανικά σας – με όποιο περιεχόμενο και αν τα γεμίζετε– πάνω στο χειρουργικό τραπέζι. Το άγαλμα είσαστε εσείς…! Και δεν έχετε πια ούτε μάτια να δείτε, ούτε μυαλό να σκεφτείτε. Μονάχα χέρια. Χέρια βαριά σαν το μάρμαρο. Μέλη εξαρθρωμένα από τις επιταγές του γρανίτη…»
Σήμερα, μεγάλη Τρίτη η Κασσιανή καθαρογράφει τα τροπάρια της στο ασέληνο στερέωμα πάνω από τα νησιά και το λιμάνι. «Νησιά, μάτια θλιμμένης Παναγιάς». Το κεφάλι του αγάλματος μας κοιτά μέσα από τα νησιά του ουρανού… Δεν στροβιλίζεται. Ο λόγος ξεπηδά μέσα από τα μάτια του.: «Να το πλοίο που κάποτε σας έφερνε σε μένα, γέρνει φορτωμένο τον κανόνα που εσείς χαράξατε για εσάς.»
Καθώς η μέρα περνά ολοένα περισσότεροι θα σπεύσουν να χρησμοδοτήσουν. Η Πυθία έχει πια πολλά στόματα. Όταν δεν κομπάζει για την οργή του ουρανού – τόσο δυσδιάκριτη μέσα στο όραμα του γαλάζιου – παίρνει πόζα και μιλά με στόμφο για την κακοδιαχείριση των αρμοδίων ή τη σταδιακή καταβύθιση του εφοπλιστικού κεφαλαίου…
Ο οιωνός όμως ποτέ δεν παύει να αιωρείται πάνω από το πλοίο που βουλιάζει, αναζητώντας –ποιος ξέρει– θύματα ή λάφυρα ή άλλα σημάδια που θα του δείξουν που να πορευθεί…
Αυτό δεν είναι ένα χρονικό. Οι λέξεις ξεπήδησαν όταν το σκουριασμένο κουφάρι εξεγέρθηκε ενάντια στη δύναμη της άνωσης και κατέβρεξαν τη στεριά. Έπειτα σηκώθηκαν αξιοπρεπώς και άρχισαν να βηματίζουν στην αποβάθρα. Και όταν βαρέθηκαν το θέαμα προχώρησαν πιο μέσα στην πόλη και ανακατεύτηκαν με τους ανθρώπους που έτρεχαν για τις δουλειές τους και κουβέντιαζαν για τα ψώνια και το αίμα τους.
«Η έγκαιρη παρέμβαση των υπηρεσιών κατόρθωσε να σταθεροποιήσει το παρ’ ολίγον ναυάγιο» θα ακούσουμε το βράδυ στις ειδήσεις. Ο οιωνός μπορεί και να φεύγει αισχυνόμενος για την κακοδαιμονία μας. Ο ουρανός εξακολουθεί να είναι καταγάλανος ενώ λίγα σύννεφα σκιάζουν το όραμα στο βάθος…
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]








