[…] Αυτή η αναζήτηση της πατρίδας μέσα από την εξορία παραπέμπει και στην αναζήτηση του εαυτού μέσα από τον άλλο, που είναι το θέμα της τριλογίας σας «Το ίδιο και το άλλο». Η τριλογία αυτή περιλαμβάνει και πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο στοχασμός σας για την εξορία και την πατρίδα έχει ως αφετηρία τη μνήμη;
Όταν μιλάω για «εξορία», το εννοώ κατ’ αρχήν αυτοβιογραφικά, γιατί έζησα πρώτα την «ξενιτιά», δηλαδή έναν εκπατρισμό που δεν ήταν ακόμη «εξορία», αλλά και την «εξορία» με τη σημασία που είπαμε πιο πριν, αυτή μιας εσωτερικής αυτοεξορίας. Νέο παιδί, γύρευα την Ευρώπη, διψούσα για ευρωπαϊκό αέρα, για Εσπερία, αυτό θαύμαζα. Το σχολειό το σιχαινόμουνα, τα αρχαία δεν τα αγαπούσα. Ήμουν καλός μαθητής, αλλά ένιωθα μια αποξένωση από αυτό το πράγμα, ένιωθα ξένος στον ίδιο μου τον τόπο, ήδη χωρίς να το καταλαβαίνω, γιατί ήμουν κι ένα μοναχικό παιδί, δεν είχα παρέες, δεν είχα φίλους. Και πήγα στο Παρίσι με τον σκοπό να σπουδάσω Νομικά, αλλά ουσιαστικά για να γράψω, να γίνω ποιητής. Έφυγα από την Ελλάδα νιώθοντας ξένος. Πάω, λοιπόν, στο Παρίσι και μόλις φτάνω, χάνω τον αδελφό μου, αυτοκτονεί στο Βέλγιο τέσσερις μήνες αφότου έφτασα. Αυτό είναι ένα ρήγμα, ένας υπαρξιακός σεισμός. Λίγες μέρες μετά, γνωρίζω τον έρωτα της ζωής μου. Όλα αυτά καταγράφονται στο Σαν Μυθιστόρημα. Η Ευρώπη είχε προλάβει να με τσακίσει από την πρώτη στιγμή. Και υπάρχει μια φράση σημαδιακή στο Σαν Μυθιστόρημα, ένα πραγματικό γεγονός, αλλά όταν το έγραψα ανακάλυψα βαθύτερα το βίωμα ‒βαθύτερα από τη στιγμή που το έζησα κι αυτό είναι η λειτουργία της γραφής που αφυπνίζει τη μνήμη.
Κατά σύμπτωση έρχεται στο φοιτητικό μου δωμάτιο μια κοπέλα, που είναι τώρα η γυναίκα μου. Τότε δεν ήταν εύκολες οι τηλεφωνικές επικοινωνίες, ‒είχαν ειδοποιήσει από την Ελλάδα‒, και μου λέει «ο αδελφός σου είναι πολύ άρρωστος». Αυτός, όμως, ήταν μόνο 26 ετών, δεν καταλάβαινα τι αρρώστια μπορεί να ήταν. Δεν τολμούσε να μου πει ότι επρόκειτο περί αυτοκτονίας. Πηγαίνουμε, λοιπόν, με τον ξάδερφό μου, τον ζωγράφο Βασίλη Σπεράντζα, στο Βέλγιο, έχοντας ξεχάσει μέσα στην ταραχή τα διαβατήριά μας. Μας κατεβάζουν από το τραίνο και μας λένε να γυρίσουμε πίσω. Νύχτα τώρα, Γενάρης. […]
[Απόσπασμα από την εκτενή συνέντευξη που δημοσιεύεται στο φρέσκο τχ. 14. Υπενθυμίζουμε ότι η ύλη του έντυπου περιοδικού είναι εντελώς άλλη από την ύλη που δημοσιεύεται καθημερινά στην ιστοσελίδα μας.]








