Μετάφραση: Ούρσουλα Φωσκόλου
Δύσκολο να μάθεις πώς διαχειρίζεται κανείς τόση ευτυχία.
Στη λύπη υπάρχει κάτι απτό, κάτι που επάνω του έχεις να τριφτείς,
σαν πληγή να το γιατρέψεις, με μπαμπάκι και λοσιόν.
Όταν ο κόσμος καταρρέει γύρω σου, έχεις τα κομμάτια του να σηκώσεις,
κάτι για να κρατήσεις μες στη φούχτα, σαν απόκομμα εισιτηρίου ή σαν ψιλά.
Όμως η ευτυχία ίπταται.
Δεν σε χρειάζεται για να κρατηθεί.
Τίποτα δεν χρειάζεται.
Η ευτυχία κατεβαίνει στη στέγη του διπλανού σπιτιού, τραγουδώντας,
κι εξαφανίζεται πάλι, όταν αυτή θελήσει.
Όπως και να ‘χει, εσύ είσαι ευτυχής.
Και τ’ ότι έζησες κάποια εποχή ειρηνικά σ’ ένα δεντρόσπιτο
μα τώρα σε τρώει ο θόρυβος κι η σκόνη,
δεν είναι ικανό για να σε κάνει δυστυχή.
Όλα έχουν μια ζωή δική τους,
μπορούν να ξυπνήσουν ξέχειλα από δυνατότητες
γλυκού για τον καφέ και ώριμου ροδάκινου,
και ν’ αγαπήσουν ως και το πάτωμα που πρέπει να σκουπιστεί,
τα βρώμικα σεντόνια και τους γρατζουνισμένους δίσκους…
Μιας και δεν υπάρχει τόπος έτσι μεγάλος
που να χωρά τόση ευτυχία,
εσύ αδιάφορα σηκώνεις τα χέρια και διοχετεύεται από μέσα σου
σε οτιδήποτε αγγίζεις. Δεν έχεις ευθύνη.
Δεν παίρνεις όμως ούτε και τα εύσημα, όπως ο ουρανός δεν υπερηφανεύεται
για το φεγγάρι, που ωστόσο το κρατά και το μοιράζεται
και με τον τρόπο αυτό, μάς γίνεται γνωστό.
[Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]







