frear

Φαντάσματα – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Σαν πέθανε η κυρα-Γιαννούλα πήγα να συλλυπηθώ. Είχε μείνει μοναχή στο χωριό, τα δικά της παντζούρια ήσαν τα τελευταία που ’σαν ανοιχτά. Τώρα θα ʼκλειναν, και το χωριό μαζί τους. Εκατό δύο χρονώ, έμεινε ζωντανή αρκετά ώστε να δει τον τόπο που μέσα του έκλεινε όλα της τα χρόνια, απ’ όταν γεννήθηκε, κι όλες της τις θύμησες, να πεθαίνει πρώτος. Τις νύχτες που ’σβηνε το ηλεκτρικό φως να πλαγιάσει, σ’ όλα τα σπίτια του χωριού το μόνο φωσάκι ήταν του καντηλιού στο εικονοστάσι της, σαν μοναχικό αστέρι σ’ έρημο στερέωμα. Σε τόση ερημιά, ο άνθρωπος ακούει τις σκέψεις του να του μιλούν. Μαθαίνει να αναγνωρίζει τη φωνή του σαν φωνή και δική του και ενός ξένου. Υπάρχουν δυο ξέχωρες φωνές, της ψυχής και του μυαλού, αλλά μοναχά ένας άνθρωπος έρημος, μόνος με τον εαυτό του, ξέρει να τις ξεδιακρίνει και να τις βάζει να συνομιλούν. Η φωνή του μυαλού, που άμα ο άνθρωπος είναι μ’ άλλους είναι η πιο βροντερή, αχαμνένει στη μοναξιά κι ακούγεται πιο λαγαρή η φωνή της ψυχής. Με τη φωνή της ψυχής της η γριά μιλούσε με τις κότες της στην αυλή και με τον ουρανό πάνω απ’ την αυλή της, κι έτσι ήταν μόνη αλλ’ όχι κι έρημη. Μες στη μοναξιά της, είχε μάθει ν’ αφουγκράζεται τις τοματιές, τις φασολιές, τα βουνά, τα σύννεφα. Είχ’ αναθέσει κοινοτική εργασία στον εαυτό της, άναβε ανελλιπώς το καντήλι σ’ όλα τα μνήματα, σκύβοντας για ν’ ακούσει τι ’χε να της πει ο αγαπημένος νεκρός. Όλοι οι νεκροί χωριανοί, εχθροί και φίλοι, ήσαν αγαπημένοι, και τ’ άναμμα του καντηλιού στο μνήμα μαζί με το δέσιμο της φασολιάς στο φασολόξυλο και μ’ ό,τι άλλο έκανε −που τάιζε τις κότες, που ’βαζε το ξύλο στη μασίνα, που άπλωνε τον τραχανά και τον έτριβε− όλα μαζί έφκιαναν τη βουβή γλώσσα της ψυχής της• τη μόνη, απ’ όλες τις γλώσσες, που την καταλαβαίνουν οι πέτρες κι ο ουρανός.

Σε κάθε μνήμα που ’σκυβε ν’ ανάψει το καντήλι, συλλάβιζε άλαλα το όνομα και την ημερομηνία γέννησης, όπου υπήρχε, και θανάτου. Τα συλλάβιζε κι αφουγκραζόταν έπειτα, και η σιωπή δάνειζε τη λαλιά της στον νεκρό για να δώσει εκείνος απόκριση στο κάλεσμα.

Είχ’ ανοίξει το σπίτι ο γιος, είχ’ έρθει από Αθήνα και θα ’μενε για λίγες μέρες, να ταχτοποιήσει, να πάρει κλεισμένη σε μερικά ενθύμια τη γλώσσα της ψυχής της. Συγγενείς και φίλοι από γειτονικά χωριά περνούσαν και συλλυπούνταν, κι έπειτα έφευγαν νιώθοντας πίσω τους τ’ αδειανό βλέμμα των σπιτιών του χωριού πίσ’ από τα κλειστά ματόφυλλα των παραθυριών τους.

Όταν πήγα, ο Τάκης ήταν μόνος• καθόταν κι έπινε καφέ.

«Συλλυπητήρια, Τάκη».

«Σ’ ευχαριστώ, Μιχάλη. Μακάρι να φτάναμε όλοι στα χρόνια της και να ’χαμε την υγειά της. Κάτσε».

Κάθισα.

«Τι να σε κεράσω; Καφέ; Τσίπουρο;»

«Ένα τσίπουρο θα το ’πινα».

«Θα πιω κι εγώ ένα. Έχω μόνο λίγες ελιές, ψωμί… Καταλαβαίνεις…»

«Μην μπαίνεις σε κόπο. Φέρε ένα ποτηράκι τσίπουρο μόνο, να πιούμε στην ψυχή της κυρα-Γιαννούλας».

«Δεν κατεβαίνει ξεροσφύρι το τσίπουρο. Κάτσε να δω τι έχω στο ψυγείο».

Έφερε το μπουκάλι το τσίπουρο, δυο ρακοπότηρα, δυο πιρούνια, ψωμί κι ένα πιάτο μ’ ελιές και μ’ ένα αβγό κομμένο σε σελήνες που η καθεμιά κρατούσε μέσα της λίγο ήλιο.

«Στην κυρα-Γιαννούλα, Θεός σχωρέσ’ την».

«Στην κυρα-Γιαννούλα».

Χτυπήσαμε ελαφρά τα ρακοπότηρα πάνω στο τραπέζι κι ήπιαμε. Καθόμασταν στη μιαν άκρη του τραπεζιού. Στην άλλη άκρη ήταν στρωμένο με δυο σερβίτσια – πιάτο, μαχαίρι, πιρούνι. Δεν τον είχα ρωτήσει μπαίνοντας, αλλά τώρα τον ρώτησα:

«Περιμένεις μουσαφίρη;»

«Όχι, τα βρήκα έτσι στρωμένα όταν ήρθα».

Ζάρες σκέψης χαράκωσαν το κούτελό του. Ο Τάκης είχε έξι μέρες που ’χε έρθει στο έρημο χωριό απ’ το νοσοκομείο στα Γιάννενα, με συνταξιδιώτισσά του την κυρα-Γιαννούλα καθισμένη στ’ άδειο κάθισμα του συνοδηγού, έχοντας αφήσει πίσω της στην εντατική το υπεραιωνόβιο κορμί της.

«Σαν να περίμενε μουσαφίρη προτού αρρωστήσει και να ’χε στρώσει το τραπέζι − κι έπειτα αρρώστησε , ήρθε το ασθενοφόρο απ’ το Δελβινάκι και την πήγε στα Γιάννενα. Κι είχε βγάλει απ’ τα καλά της τα πιατικά, τα γιορτινά, όχι τα τσουγκρισμένα που ’χε για το καθημερινό φαΐ».

Και γιατί, αντί να μαζέψει τα δυο πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα, τα ’χε αφήσει βαλμένα έτσι ταχτικά έξι μέρες πάνω στο τραπέζι; Η ερώτηση ήταν αυτονόητη, αλλά δεν την έκανα. Γιατί; Επειδή πίστευα πως δε θ’ απαντούσε ή μήπως γιατί γνώριζα την απάντηση; Δεν ξέρω. Ωστόσο, τον ρώτησα:

«Είχ’ έτοιμο φαΐ, μαγειρεμένο; Βρήκες φαΐ στη μασίνα όταν ήρθες απ’ τα Γιάννενα μετά τον;…»

«Όχι. Όλα τα τεντζερέδια της μάνας μου, κι οι νταβάδες, ήταν συμμαζωμένα όλα. Βρήκα στρωμένο το τραπέζι, αλλ’ ούτε ψίχα φαΐ».

Αυτό του θύμισε:

«Έλεγα να ρίξω στον νταβά λίγο κοτόπουλο με ρύζι. Θα μείνεις να φάμε;»

«Να μη σου γίνομαι…»

«Μιχάλη, άνοιξ’ την πόρτα και δες έξω».

Σηκώθηκα και την άνοιξα.

«Τι βλέπεις;»

Κλειστές πόρτες, σφαλιστά παράθυρα, κρύες καμινάδες, έρημα σπίτια που το ’να γύρευε παρηγοριά στην ερημιά τ’ άλλου, μαζωχτό κάτω από τη σκεπή σαν άνθρωπος που κρυώνει κι έχει σκυφτές τις πλάτες.

«Τίποτε», είπα.

«Θα κάτσεις να φάμε;» με ξαναρώτησε.

«Θα κάτσω, Τάκη. Σ’ ευχαριστώ».

Έριξε στον νταβά δυο μπούτια κοτόπουλο, ρύζι, νερό και μπόλικο βούτυρο να νοστιμέψει το φαΐ, και τον έβαλε στο φούρνο.

«Θέλει καμιά ώρα, μιάμιση», είπε.

Είχα έρθει μέρα ακόμη, αλλά τώρα ο φωτερός χαρταετός του ήλιου είχε πέσει σέρνοντας πίσω του από κορφοβούνι σε κορφοβούνι την πύρινη ουρά του που όλο λέπταινε, κι απ’ τα σκοτεινιασμένα βουνά στην ανατολή η νύχτα άπλωνε το μελάνι της απάνω στο χωριό.

Κουβεντιάζαμε όσο να ψηθεί το κοτόπουλο, κουτσοπίνοντας καμιά γουλιά τσίπουρο και τσιμπώντας καμιά ελιά.

«Τι κάνει η Λένα;» τον ρώτησα.

«Καλά είναι. Κουράζεται. Όσο έχει ακόμα δουλειά είναι μια χαρά».

«Τα παιδιά;»

«Ο Γιώργος πάει στο δεύτερο έτος. Είναι κοτζάμ άντρας πια».

«Στο φυσικό, σωστά;»

«Στο χημικό. Και η Ντίνα θα πάει δευτέρα λυκείου του χρόνου. Ψήλωσε, έχει γίνει ολόκληρη γυναίκα».

Ήρθε έπειτα η κουβέντα στον συχωρεμένο τον Γιώργο Βίλλη. Ο Τάκης καθόταν κάτω από ’να καλεντάρι, έκδοση της Αδελφότητας, με παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του χωριού ανασυρμένες μέσ’ από γέρικα συρτάρια για να στολίσουν μ’ ιστορικό βάθος το αβαθές και ανιστόρητο παρόν – φωτογραφίες από τον τρύγο, τ’ αλώνισμα, τα πανηγύρια, την κοντοκουρεμένη ομοιομορφία των σχολικών γυμναστικών επιδείξεων• φωτογραφίες από τότε που το χωριό ακόμα ήταν ένας κλειστός ακέριος κόσμος, προτού μεταμορφωθεί σ’ άδειο σκύβαλο ερήμωσης. Μια εικόνα της Παναγιάς με το Βρέφος, κι ένα ράφι με το τηλέφωνο και μ’ ένα τρανζίστορ, έκαναν συντροφιά στο καλεντάρι στον τοίχο πάνω απ’ το κεφάλι του Τάκη Βίλλη.

«Είχα πάει για κυνήγι με τον πατέρα μου» είπε. «Ήμουν δεκατεσσάρω χρονώ. Θυμάμαι να περπατάει μπροστά μου και να νιώθω ξαφνικά ότ’ ήμουν εγώ ο πατέρας μου».

Μπερδεύτηκε κι ο ίδιος μ’ ό,τι είχε πει, κι εξήγησε σαν να εξηγούσε στον εαυτό του καταρχάς.

«Έβλεπα τις φαρδιές του πλάτες μπροστά μου, και για μια στιγμή ήμουν άντρας, έτσι ένιωσα, ήμουν εγώ ο πατέρας μου που ’βγαινε με το γιο του στο βουνό να κυνηγήσει. Έπειτα, που πέρασε κείνη η στιγμή και μίκρυνα και βρέθηκα ξανά μέσα στο σώμα μου και μες στα παπούτσια μου, ένιωθα να μη με χωράνε, λες και τα δεκατέσσερά μου χρόνια ήταν φυλακή. Και το ξανάνιωσα πολύ αργότερα αυτό, αλλά μ’ αντίθετο τρόπο».

«Δηλαδή, πώς αντίθετο;»

«Ήμουν τριάντα έξι χρονώ κι ο Γιώργος τότε ήταν… ήταν εφτά. Ένα βράδυ που κοιμόταν, μπήκα στην κάμαρή του να πάρω κάτι. Προτού να βγω, στάθηκα και κοίταξα το κοιμισμένο του πρόσωπο. Κι ένιωσα ξαφνικά πως εγώ ήμουν κείνο τ’ αγόρι και πως ο άντρας που ’χε σταθεί αποπάνω μου και με κοίταγε μ’ αγάπη και μ’ έγνοια ήταν ο πατέρας μου… Ένιωσα την ευωδιά σαπουνιού και τη δροσιά που ’χαν τα σεντόνια, και τι αίσθηση είχε το μαξιλάρι όταν ήμουν παιδί».

Το κοτόπουλο είχε ψηθεί. Έβγαλε τον νταβά από το φούρνο κι έβαλε από ’να μπούτι και ρύζι σε δυο πιάτα – απ’ τα καθημερινά, τα τσουγκρισμένα, που στην άκρη είχανε φαγωθεί και τους έλειπαν φλοίδες• και τα δυο καλά πιάτα δεν τ’ άγγιξε, τ’ άφησε ταχτικά βαλμένα, το καθένα με το πιρούνι του και το μαχαίρι του, στην άλλη μεριά του τραπεζιού.

Αφού αποφάγαμε, τον καληνύχτισα. Στην πόρτα, στάθηκα να του δώσω το χέρι και να τον συλλυπηθώ ξανά, και πίσω του είδα το τραπέζι με τα δυο πιάτα που ’χαν μέσα κόκαλα από κοτόπουλο και λίγδα, και τα δυο καθαρά, άδεια πιάτα – τα καλά. Έπειτα έκλεισε την πόρτα κι εγώ μπήκα στ’ αμάξι και ξεκίνησα. Στον καθρέφτη έβλεπα πίσω μου το φωτισμένο παράθυρό του να μικραίνει, μόνο φως στο έρημο σκοτάδι, ώσπου στην καμπή του δρόμου χάθηκε.

[Πρώτη δημοσίευση στη ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία από την ταινία του Bela Tarr, Το Άλογο του Τορίνο (2011).]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr
%d bloggers like this: