ΠΑΛΜΥΡΑ 2015 μ.Χ.
Η τέχνη μεταμορφώνεται από νύμφη σε πεταλούδα
καθώς εσύ θρυμματισμένη Νύμφη της Ερήμου
καθρεπτίζεσαι στα ερείπια των ερειπίων σου
δίχως προοπτική αντανάκλασης.
Οι αρχαίοι κίονες που στύλωναν τη μνήμη
τώρα εκτινάσσονται στο άπειρο σαν κόκκοι της άμμου
ίδιοι με την ανάερη έμπνευση
πριν γίνει ανάπηρη θρηνωδία του Calderón de la Barca.
Ο Tiepolo κοιτάζει αμίλητος τη Ζηνοβία που κλαίει.
Δίπλα του ο Rossini καπνίζει σκεπτικός.
Κι εγώ εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά τους
σηκώνω από τη γη μια τυχαία πέτρα
εις ανάμνηση της Ιστορίας που τελειώνει.
ΣΤΙΣ ΕΣΧΑΤΙΕΣ ΤΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ
Στις εσχατιές της θύμησης
έριξα απόψε παραγάδι
γιατί είναι νύχτα έναστρη
και τ’ άστρο μου μισό.
Θορυβώδη κελεύσματα νεότητος
οι στιλπνοί λαρυγγισμοί της αμαρτίας
όπως ανέτελλαν στα μεσαιωνικά της χείλη
και έδυαν στο ανέπαφο της σάρκας.
Σαρανταποδαρούσες ηδονές,
το γένος σαρκοφάγων, ‒τι ειρωνεία‒
το δηλητήριο του πάθους να εκκρίνουν
μέσα σε φλέβες γηραιές.
Πόσες θρομβώσεις τύψεων
και αναχώματα ηθικής
ματαίωσαν την πραγματικότητα
καθηλώνοντας τη φαντασία μας στο χώμα.
Και ήταν μόλις νύχτα.
ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ
Τα σπίτια ανήκουν στους νεκρούς τους
όπως τα οστά αλόγων στους καβαλάρηδές τους.
Να αρχίζεις από το ξεφλούδισμα των τοίχων
για να φθάσεις κάποτε στο μίσχο τους
‒ποτέ από τις πόρτες ή τα παράθυρα
φέρνουν πάντα μιαν αναμονή.
Ύστερα να ξεκαρφώνεις τις σανίδες
αργά αργά να μη χαθεί ούτε ένα βάδισμά τους
κι έπειτα να αποκαθηλώνεις το ταβάνι
στερεωμένο τόσα χρόνια απ’ τους καπνούς τους.
Τα έπιπλα μην τα ρωτάς, δεν ωφελεί.
Έχουν όρκους αιωνιότητας με την αφή τους.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]







