Δίνω
Δίνεις
Δίνη
Ύπουλο ρήμα
μες στην αμφισημία του.
Λιτοδίαιτο καθώς είναι,
τρέφεται με τη σιωπή.
Καρπερό καθώς είναι,
γεννοβολλά διαρκώς
τα θνησιγεννή τέκνα του:
την παραίτηση και τη μοναξιά.
Το οικόσιτο είναι το χειρότερο είδος,
δε μπορείς να το δαμάσεις.
Τα φωνήεντα δεν αναγνωρίζει,
στα επιφωνήματα δεν απαντά.
Με τα σύμφωνα εξοικειωμένο είναι.
Το θρόισμα των φύ/ίλ(λ)ων,
που χάνονται,
κάθε νύχτα το νανουρίζει.
Τα ποίηματα δεν έχουν ερωτηματικά, θαυμαστικά και τελείες.
Αυτά ανήκουν στην ίδια τη ζωή.
Τα ποίηματα έχουν παρενθέσεις.
Στους λαβυρίνθους των γραμμών δεν έχει
αγκύλες ως δρεπάνι αδρό
το κτήνος για να φονεύσεις.
Μονάχα λίγο χώρο θα βρεις
προσωρινά
για να κρυφτείς.







