Όαση
Κάποιες φορές
όταν πνίγομαι
και θέλω από κάπου να πιαστώ
τραβάω σ’ ένα χωράφι
που κληρονόμησα
απ’ τον πατέρα μου
δίπλα του
περνάει ένα μικρό ποτάμι
εκεί σε μια ξύλινη μικρή καλύβα
που έφτιαξα
μαζί με έναν Αλβανό φίλο μου
βρίσκω τη γιατρειά
ξεφορτώνω τόνους μοναξιά
μιλάω με το ποτάμι
τα πουλιά μού είναι γνώριμα
είναι τα δικά μου πουλιά
ακόμα και τα φίδια
με ξέρουν και δεν με δαγκώνουν
σκέφτομαι το παρελθόν
βγάζω συμπεράσματα
από αυτά που έζησα
γράφω κανόνες
για τη μελλοντική ζωή μου
τότε νιώθω μια ευφορία
αισθάνομαι μέσα μου
μια απέραντη αγάπη
που σκεπάζει όλον τον κόσμο
μα τι κρίμα
μόλις φύγω απ’ το χωράφι
του πατέρα
χάνεται η αγάπη
κι ο κόσμος παίρνει
το γνώριμο πρόσωπό του.
Φαίνεται πως η κακία
υπερτερεί.
Τα όνειρα
Τα όνειρά μου
γίνανε γέρικα σκυλιά
που σέρνουν τα βήματά τους
σε έρημους δρόμους.
Γεννήθηκαν
δεν καρποφόρησαν
παρά μόνο κρύφτηκαν
στα βάθη του μυαλού
και βαλσαμώθηκαν.
Μετά από χρόνια
κάποια πάνε ν’ αναστηθούν
να βγουν στο φως
να ξαναζήσουν
μα δεν είναι όπως πρώτα.
Τα όνειρά μου
έγιναν γέρικα σκυλιά
που σέρνουν τα βήματά τους
σε έρημους δρόμους.







