Μετάφραση: Σωκράτης Καμπουρόπουλος
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Τις περισσότερες φορές
αργούσε στη δουλειά του στο υπουργείο,
μια φορά τον κατηγόρησαν:
«κ. Καβάφη, δεν
προσφέρετε ικανοποίηση.»
Ένας περίεργος βοηθός
κρυφοκοιτάζει απ’ την κλειδαρότρυπα
τον κατασκοπεύει, καθισμένον στο γραφείο
να παραμιλάει
τα χέρια του να δρέπουν τον αέρα.
Α, αν όμως σε συμπαθούσε,
και σε καλούσε σπίτι του
πάνω απ’ το μπορντέλο
(«Αξίζει να συμπονούμε τα κορίτσια
αλλά υποδέχονται αγγέλους»)
θα καθόταν στη σκιά
δίπλα σε κεριά που σιγόκαιγαν
μιλώντας χωρίς ευγένεια για τον αντίπαλό του:
«Όχι, όχι αυτό είναι το ουίσκι του Παλαμά
για σένα έχω κάτι καλύτερο.»
ΝΕΚΡΟΨΙΑ
Κερνάω εγώ.
Πάρε ότι θέλεις.
Η καρδιά μου είναι δική σου,
τα εντόσθια και η ουροδόχος κύστη.
Να γλιστρίσει το νυστέρι δεν πειράζει.
Δεν γίνεται άλλο ατύχημα.
ΑΝΕΜΟΙ
Μουσική
Ο Αίολος σείει τις καμπάνες του,
ένα κατάρτι λικνίζεται
στα κύματα του μετρονόμου
σημαίνοντας
το νανούρισμα των σειρήνων.
Χορός
Το σεληνόφως κόβει
μια λωρίδα θάλασσας
και αστράφτει στους κυματισμούς-
μανιασμένες Βάκχες,
οι δαυλοί τους τρεμοπαίζουν,
η σκοτεινή τους έκσταση του οίνου.
Γραφή
Κούφια σιωπή-
λευκή σελίδα μετά την αύρα-
επίμονες λέξεις συσπειρώνονται
για να πετάξουν στην επόμενη ριπή.
Τρέξιμο
Τεχνητές ανάσες διπλώνουν
το σκοτεινό πέπλο του Φθινοπώρου,
ευκίνητα πόδια αναστατώνουν
τα φύλλα στο μονοπάτι.
Κολύμβηση
Το κεφάλι μου που εξέχει
τέμνει το δέρμα της θάλασσας-
έκλαμψη οράματος
ξαφνική έμπνευση.
ΠΟΔΗΛΑΤΑ
Ο πατέρας μου αγαπούσε να φέρνει ποδήλατα
στο σπίτι στα παιδιά για τα γενέθλια·
χλωμή, έντονη, ευωδιαστή
μυρωδιά από φρέσκα λάστιχα καουτσούκ,
φρεσκοβαμμένοι σκελετοί και προφυλακτήρες-
βαθύ μπλε, λαδί, κίτρινο της μουστάρδας, κόκκινο του ροδιού.
Μερικές φορές έβγαινε βόλτα
πάνω στο μεγάλο κόκκινο ποδήλατο
και τ’ αδέλφια μου κι εγώ
ακολουθούσαμε από πίσω
με το μπλε, το λαδί και το κίτρινο·
πάνω κάτω στο μεγάλο τετράγωνο,
τα καλοκαιρινά απογεύματα που ο ήλιος έδυε.
Ήταν, από πολλές απόψεις,
μεγάλη διαδρομή για τον πατέρα μου
να φτάσει σ’ αυτό τον ήσυχο δρόμο
σε μια ήσυχη πόλη του Οχάιο
από την εμπόλεμη Ελλάδα
όπου το υπόγειο του πατρικού του σπιτιού
ήταν καταφύγιο της πόλης στους βομβαρδισμούς.
Δεν έμοιαζε με τους άλλους μπαμπάδες του Οχάιο·
έκανε πεντάλ με ωραία δετά παπούτσια
χωρίς κάλτσες,
σοβαρός, φαλακρός-
μας άρεσε να κάνουμε ποδήλατο μαζί του
αλλά κρατούσαμε μια ευλαβική απόσταση κι ούτε κάναμε κιχ.
Μια φορά μετά τη βόλτα
μας είπε σε μισά ελληνικά
μισά αγγλικά, πώς το υπόδειγμά του,
ο καρδιολόγος του προέδρου Αϊζενχάουερ,
καθηγητής Πολ Ντάντλεϊ Γουάιτ
πήγαινε με το ποδήλατο κάθε μέρα
στο νοσοκομείο του Χάρβαρντ.
Καμιά φορά, μετά το ποδήλατο,
πηγαίναμε με το αυτοκίνητο σ ένα μαγαζί
για μισό γαλόνι παγωτό.
Έξω είχε ήδη σκοτεινιάσει
όταν καθόμασταν στο τραπέζι
για να εξαφανίσουμε το κέρασμα.
Αλλά ποτέ δεν μας μίλησε
(το κρυφάκουσα)
για τα παιδιά της Αθήνας
που έβλεπε πεθαμένα στο δρόμο
με την κοιλιά τουμπανιασμένη απ’ την πείνα,
τα πρωινά που πήγαινε στη δουλειά του
τον πρώτο παγωμένο χειμώνα της Κατοχής.
Ο πατέρας μου πέθανε από Αλτσχάιμερ,
στις τελευταίες του μέρες
γελούσε με το παιδικό χαμόγελο
που γελούσαμε κι εμείς
όταν τον παίρναμε από πίσω
με τα ποδήλατά μας.
Κατά τη διάρκεια μιας έκλαμψης,
λίγο πριν απ’ το τέλος,
μου είπε για τότε που
στον πόλεμο
οι Γερμανοί ήρθαν στο σπίτι
και του ‘κλεψαν το ποδήλατο.
“Ήταν γαλλικό αγωνιστικό,
ο σκελετός κι οι προφυλακτήρες του ήταν άσπροι.”
[Προδημοσίευση από το υπό έκδοση βιβλίο A View From The Emergency Room/Η θέα από τα επείγοντα περιστατικά.]







