frear

Γιώργος Ρούσκας: Ως άλλος Τάλως – της Διώνης Δημητριάδου

Ως άλλος Τάλως
Γιώργος Ρούσκας
εκδόσεις Κοράλλι

ο ποιητής εν εγρηγόρσει

Η ποίηση αναζητά το κέλυφος των έσω νοημάτων της, προκειμένου να γίνει διαβατός ο δρόμος που οδηγεί από τον δημιουργό στον αποδέκτη. Έτσι συχνά ανακαλύπτει συμβολισμούς και σημαίνουσες εικόνες που αποκρυπτογραφούνται με την προσεκτική και επαρκή ανάγνωση στα πολλαπλά σημαινόμενά τους· είναι τότε που ο αναγνώστης νιώθει πως έχει αγγίξει τον ποιητικό λόγο, πως έχει εισχωρήσει στον νοηματικό του πυρήνα μέσα από τη δική του ερμηνευτική οδό – μια συνθήκη ιδανική για την ποιητική μέθεξη.

Ο Γιώργος Ρούσκας, ως θηρευτής των μυθικών συμβόλων, επιλέγει στην πρόσφατη συλλογή του τον ήρωα Τάλω, αυτόν που ως υπερμεγέθης και τρομερός γίγαντας φύλαγε τα θαλασσινά περάσματα προς το νησί της Κρήτης και απομάκρυνε με βίαιο τρόπο τους πιθανούς εισβολείς. Κατασκεύασμα του θεού Ήφαιστου είχε σμιλευθεί από χαλκό για να είναι η ισχύς των μυώνων του αδιαμφισβήτητη – τρόμος των εχθρών. Στις μεταλλικές του φλέβες έρρεε το αίμα των θεών (ιχώρ) καθιστώντας τον αθάνατο με μόνο ένα τρωτό σημείο σαν όλες τις μυθικές αθανασίες. Γνώστης ο ποιητής της ιδιαίτερης παρουσίας του γίγαντα, τον ξεχώρισε και μοιράστηκε μαζί του τις ποιητικές του αναφορές, προσφέροντας έτσι το ένα μισό του συμβόλου του και αναμένοντας το άλλο μισό από την πλευρά της ανάγνωσης· τα δύο μισά να ενωθούν στην ποθητή εικόνα.

Στο ποίημα που ανοίγει την πόρτα στα υπόλοιπα, με τη μνεία του ήρωα από τον Απολλόδωρο: «Ούτος ο Τάλως τρις εκάστης ημέρας την νήσον περιτροχάζων ετήρει», ο ποιητής φέρνει τη μυθική αρχαία θρησκεία σε συνύπαρξη με την τωρινή για να βρεθούν μαζί ο Τάλως με τον χαλκοκαλόγερο του ποιήματος, κι έτσι ενωμένοι να εισχωρήσουν στο ερώτημα που διατρέχει σε διαφορετικές μορφές όλη τη συλλογή: πού ν’ ο χαλκοκαλόγερος γιόκα μου μήπως ξέρεις;, ξεκινώντας έτσι την αναζήτηση της αρωγής, που κρίνεται αναγκαία τι ν’ ο εχθρός αόρατος οι μάχες καλυμμένες. Ο ποιητής ανοίγει εδώ μια χαραμάδα σε εσωτερική φλεγόμενη εικόνα, κι ας μην είναι ακόμη ορατή στο μέγεθός της αλλά και στην πίκρα της. Νιώθεις, όμως, ήδη πως η ανάγκη της έκφρασης αυτή τη φορά είναι πιο επιτακτική, όσο και το μοίρασμα μιας προσωπικής οδύνης με τους άλλους, σε αντίθεση με τις προηγούμενες ποιητικές του καταθέσεις. Αυτή η ιδιαίτερη συνθήκη που χαρακτηρίζει την πρόσφατη συλλογή του διακρινόταν στο προηγούμενο βιβλίο του (Πεντάγραμμο φεγγάρι, εκδόσεις Σοκόλη), καλυμμένη ωστόσο πίσω από τη θεατρική μορφή και τον συσχετισμό με τον άλλο ποιητή – η σύνδεση με τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου. Εδώ όλα ανοιχτά από την αρχή, ώστε να μη μείνει καμία αμφιβολία για την ευθύτητα του λόγου, για την πρόσκληση του ποιητή προς τον αναγνώστη να εισχωρήσει στον ιδιωτικό χώρο.

Ο ποιητής, ως άλλος Τάλως/στα όρια της γλώσσας/Ποίησης Λόγος, νιώθει το χρέος του απέναντι σε οικείους και μη, το ποιητικό καθήκον να μιλήσει, να επισημάνει, να προφυλάξει ίσως, αν το μπορεί, να δηλώσει την παρουσία του σε μια εποχή που αφύλακτες διαβάσεις παντού επιτρέπουν αλώσεις απροκάλυπτες ή διαβρώσεις εσωτερικές και αόρατες. Είναι ικανή η ποίηση –μακάρι και δυνατή– να αποτελέσει το φράγμα στη χειμαρρώδη  εισβολή; Ο ποιητής θα ρωτήσει: εσύ ποιητή […] μόνο να γράφεις ξέρεις;/αφήνεις το  μολύβι πού και πού από το χέρι/ή μέσα από την ποίηση ζεις ό,τι απομένει; Ερώτημα προς εαυτόν στην ουσία, που ενδεχομένως απαντά στην ικανότητα της ποίησης να αποτελέσει τον κινητήριο μοχλό μιας επιδιωκόμενης αφύπνισης. Ίσως απαντώντας ο ποιητής στο ίδιο του το ερώτημα, εντάσσει την καθημερινότητα της ζωής με τον δικό της πόνο, καθόλου μα καθόλου ποιητικό και ασαφή, στο ποίημα Οπτική Γωνία, γράφοντας: ο μοναχός απ’ το κελί αφουγκράζεται τη Θεία Δημιουργία/ο Νίκος την Πατησίων πίσ’ από τζάμια λερωμένα/του κόσμου αντανακλάσεις μ’ εκπτώσεις βλέπει η Ακριβή/στις λαμπερές βιτρίνες της Γλυφάδας. Όσο ο ποιητικός λόγος βλέπει έξω από τους εν μέρει και αναπόφευκτα παραμορφωτικούς καθρέφτες της απομόνωσής του, τόσο θα αγγίζει την πραγματική ζωή – άλλωστε η αφορμή για την ποιητική δημιουργία βρίσκεται εκεί έξω. Ο πρόσφυγας στα σύρματα, ο μετανάστης, ο άνεργος, μέσα στη δική τους μοναξιά ανακαλύπτονται από τον ποιητή, εισέρχονται στο ποίημα ως επίσημοι καλεσμένοι.

Ο ποιητής βρίσκεται σε κατάσταση εγρήγορσης – αν είναι αυτός που βλέπει καθαρά, αν η ευαισθησία του επιτρέπει ένα διάφανο τοπίο εμπρός του, ας μιλήσει. Στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής (ως άλλος Τάλως) τούτο καθίσταται φανερό. Μέσα σ’ αυτό το εξαιρετικό από κάθε άποψη στιχούργημα βρίσκουν τη θέση τους: του Πόε το κοράκι, της Γώγου τα κατάμαυρα πουλιά, εκεί δίπλα στον δίδυμο γύπα του Προμηθέα. Όλα ταγμένα σε έναν σκοπό, να σου ξεσκίζουνε τα σωθικά. Είναι ισχυρός ο Τάλως; Είναι, αρκεί να μη βρεθεί το αδύναμο εκ γενετής σημείο του, ικανό να τον καταστρέψει, να τον αφανίσει, να τον καταστήσει ίσο με τον άμοιρο θνητό που αιμορραγεί μέχρι θανάτου. Επιστρατεύει ο ποιητής όσα έχει πρόσφορα: τη συμβουλή της μάνας, τον έρωτα, τη φύση (σταθερή αναφορά σε όλη την ποιητική παρουσία του Ρούσκα), συντρόφους ποιητές, τροφοδοτεί τα ποιήματά του με ιαματικές συνταγές, μήπως και ο ίδιος ο ποιητικός λόγος από μόνος του δεν επαρκεί – ράσο ο λόγος/σε Πόνου μοναστήρι/Τάλως μοναχός. Η ποίηση βλέπει το μαύρο μέσα της: τα ράσα της ψυχής/μαύρο βαρύ τα μούσκεψε και πώς να τα σηκώσεις; και μεταλλάσσεται σε ηχηρή κραυγή: κι εγώ/εγώ τι κάνω;

Η μυθική Μήδεια και ο σύντροφός της ο Ιάσων βρήκαν το αδύνατο σημείο, τη μόνη ατέλειά του, και (ο Τάλως έφυγε)/και δεν γυρίζει πίσω. Στους ακροτελεύτιους στίχους της ποιητικής σύνθεσης (στην ουσία για  ένα μόνον ποίημα πρόκειται που περικλείει τα πάντα) ο ποιητής υπενθυμίζει το μαύρο χρώμα που κυριαρχεί στου πόνου το ταλάνισμα σ’ απύθμενο σκουλήκι/που μπήκε μέσα στις ψυχές κι αναπαμό δεν έχουν. Το μαύρο αυτό δεν άνοιξε καθόλου τον χρωματισμό του σε πιο λαμπερό, ούτε όταν ο αρχαίος Τάλως ενδύθηκε για λίγο την άλλη εκδοχή του ως ηλιακή θεότητα. Έτσι, καταλήγει ο ποιητής: σε όλα πάνω επέδρασε σε όλα ενυπάρχει/ως άλλος Χρόνος γήινος ως άλλος άυλος Τάλως.

Στο εξώφυλλο (σε σχέδιο της Νεφέλης Μαρίνας Ρούσκα) η μορφή του γίγαντα που κρατάει τον φονικό λίθο και πατάει πάνω στη θάλασσα, σαν από θαύμα· κανένα θαύμα δεν τον έσωσε όμως, όταν ήρθε η στιγμή της αναμέτρησης με δόλιες δυνάμεις.   Η ποίηση με ποιες αντίξοες συνθήκες αναμετριέται; Σε ποια σωτηρία μπορεί να ελπίζει; Ο ποιητής εδώ, στην ωριμότερη κατάθεσή του, βάφει με μαύρο χρώμα το τοπίο, πονάει και απελπίζεται, στέκει ως άλλος Τάλως στα περάσματα και αγρυπνά. Όχι, αυτό δεν είναι καθόλου λίγο.

 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly