frear

Για το βιβλίο της Ελένης Κοφτερού «Μια θλίψη Απρίλης» – γράφει ο Ευριπίδης Ευριπίδου

Η σειρά Kung Fu με πρωταγωνιστή τον Ντέιβιντ Καραντάιν, προβλήθηκε από το 1972 μέχρι το 1975. Ο Κέιν – Καραντάιν, εκπαιδεύεται στο Κουνγκ Φου σε ένα μοναστήρι μοναχών Σαολίν. Για να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του πρέπει να βαδίσει σε μια λωρίδα ριζόχαρτου, χωρίς να το τσαλακώσει και χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος. Η σκηνή αυτή αποτελούσε την εισαγωγή της δεύτερης ή της τρίτης σεζόν προβολής.

Αυτή τη σκηνή μου θυμίζει η ποίηση της Ελένης Κοφτερού. Το ίδιο προσεκτική και ανάλαφρη, με την ίδια αρμονία και συντονισμό στο άγγιγμα των λέξεων, των πραγμάτων, των ανθρώπων, των συναισθημάτων, των καταστάσεων. Δεν τσαλακώνει, δεν τραυματίζει, δεν πληγώνει. Δεν σπαράσσει και δεν κατασπαράσσεται. Αισθάνεται. Και ψάχνει λέξεις για να «ακουμπήσει» απαλά αυτά τα συναισθήματα, χωρίς να τις ταράξει, χωρίς να τις κάνει να φωνάξουν, θέλει λέξεις χαμηλόφωνες, ψιθυριστές. Χωρίς να αφήνει εξωτερικά ίχνη, εγγράφεται κατευθείαν σε ένα τόπο της ψυχής που δεν είναι εύκολα προσπελάσιμος.

Ωστόσο, η τελευταία της ποιητική συλλογή, που τιτλοφορείται Μια θλίψη Απρίλης, είναι διαφορετική. Όχι γιατί έπαψε να αγγίζει με τον ίδιο τρόπο τα πράγματα, αλλά επειδή αυτά που αγγίζει είναι κυρίως εσωτερικά. Και δικά της. Είναι άγρια πράγματα, είναι η απώλεια και ο θάνατος. Η αυτοκτονία. Και όσο ανάλαφρα και να αγγίζεις τέτοια θέματα, αυτά κόβουν, πληγώνουν, ματώνουν.

Το κεντρικό της θέμα είναι η θλίψη της απώλειας και οι ποιητές της θλίψης και της αυτοκτονίας.

Η συλλογή χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο έχει τίτλο Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ, το δεύτερο ΑΠΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΣΙΩΠΗΣ και το τρίτο ΚΙ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ.

Η συλλογή είναι αφιερωμένη στη μνήμη της μητέρας της. Το πρώτο μέρος αφορά αυτή την απώλεια. Στην Επιστροφή: «Όμως ξεράθηκε η λίμνη του καιρού και οι ντόπιες/χάθηκαν–όπως κι εσύ –λέξεις από ασφυξία». Στο ωραιότερο, ίσως, ποίημα της συλλογής με τίτλο έναν αριθμό 2310611661: «Μετά από σαραντατρία χρόνια/σίγησε το τηλέφωνο μαμά/κι έμειναν ορφανές οι κλήσεις και οι προθέσεις μας». Οι παντόφλες: «Στο χωλ/ μονάχα οι παντόφλες σου/απορημένες χάσκουν/ολοκαίνουργιες./Και σου ‘λεγα γιατί δεν τις φοράς;/Να λιώσουν πρώτα οι παλιές/μου έλεγες μαμά» Αμέτοχος ήλιος: «Κι ο ζωογόνος ήλιος/αθόρυβα σμιλεύει/αμέτοχος/της αγωνίας τα λαγούμια». Φωτογραφία σε τάφο: «Όμως καθώς πλησίασα/είδα ότι έλειπαν τα μάτια σου./Στραμμένα προς τα πίσω/να βγουν απ’ τη φωτογραφία πάσχιζαν./Έρχονταν καταπόδι μας/γνέφοντας Να προσέχετε!». Ο πόνος: «Στις λέξεις δεν υποχρεώνεται./Έχει του λύκου την περπατησιά/και των δακρύων/ διακριτή τη ραχοκοκαλιά».

Στο δεύτερο μέρος ανοίγει το «σεντούκι της σιωπής», των αναμνήσεων και των ερωτημάτων. Στο θαυμάσιο Χειμώνας των ματιών: «Πώς ρίχνει με σπουδή τις λέξεις του/το δένδρο;/Και τον απόηχο των τζιτζικιών/πως ξεφορτώνεται χωρίς λυγμό;/Μου φαίνεται ότι συναινεί/σ’ αυτό που/η γιαγιά μου έλεγε/πως η σιωπή χειμώνας είναι των ματιών.»

Για να φτάσει στο Γυναίκας μνήμη όπου αγγίζει για πρώτη φορά το θέμα της αυτοκτονίας: «Κάθε χρόνο στη γιορτή της γυναίκας όλη τη μέρα σκέφτομαι τη θεία της μαμάς που έπεσε στο πηγάδι για να πεθάνει εκεί μόνη της στο πηχτό σκοτάδι επειδή περίμενε παιδί χωρίς να έχει παντρευτεί.»

Σε δύο ποιήματα του δεύτερου μέρους, αναφέρεται και στην απώλεια του πατέρα της. Προειδοποίηση: «Μου είπαν πως τέτοιες μέρες/ανοίγουν οι ουρανοί.» και πιο κάτω «Μα εσύ πατέρα μην κατέβεις/-τουλάχιστον όχι απόψε-/Φοβάμαι μήπως στην διαδρομή/τους δράκους συναντήσεις/και τους βασανιστές που ακόμη/και νεκροί/γλεντάνε τη δουλειά τους.» Μια θλίψη Απρίλης: «Σαν να γκρεμίστηκε το πατρικό μου σπίτι./Σαν να συλήθηκε ο τάφος του πατέρα.»

Στο τρίτο μέρος δεσπόζει το Γράμμα στον Κώστα Γ. Καρυωτάκη. Μετά την ανάμνηση της αυτοκτονίας της θείας της μαμάς, εδώ μπαίνει στα βαθειά νερά της αυτοκτονίας του ποιητή και της συγγένειας που αισθάνεται με αυτόν και την πράξη του. «Με ξεκουφαίνει της πληγής η ηχώ/τρομακτική η γυαλάδα της συγγένειας/μαζί σου.». Πιο κάτω αντιπαραβάλλει στην αυτοκτονία του Καρυωτάκη, τον θάνατο της Πολυδούρη. «Θυμάσαι πόσο όμορφα η Μαρία πέθανε;/Από φυματική αγάπη!/Ένδοξος θάνατος/παντοτινά σε στίχους τακτοποιημένος.» Φυματική αγάπη και σανατόριο, φέρνουν στο μυαλό το Μαγικό Βουνό και τον Χανς Κάστορπ, μυθιστορηματικό πρόσωπο που εμφανίζεται σε παλιότερα ποιήματα της Κοφτερού. Όμως, και η Πολυδούρη πιθανότατα αυτοκτόνησε. Κάτι που παραβλέπει εδώ η ποιήτρια, προτιμώντας τον ρομαντισμό της φυματικής αγάπης.

Όπως αυτοκτόνησε η Σύλβια Πλαθ, για την οποία υπάρχει το ποίημα Της Σύλβια (Πλαθ), που εμφανίζεται αρχικά σαν Μαίρη Πόπινς, «μα γρήγορα κατάλαβα πως ήτανε/η Σύλβια/καθώς ο καρχαρίας του γκαζιού/της φράζει το λαρύγγι.» Και καταλήγει «Καθόλου μη λυπάστε. Έτσι κι αλλιώς/ναυάγια τα κορμιά/και τα ηλιοβασιλέματα ημέρες/ πνιγμένες πορφυρές.»

Όπως αυτοκτόνησε και ο Μαγιακόφσκι. Συνάντησα τη Λίλλυ Μπρικ: «Φύγε, μου έγνεψε/δεν έχω τίποτα να πω./Για του ποιητή τη βάρκα/καθόλου δεν ευθύνομαι/μα ούτε και θυμάμαι/πνιγμούς και συντριβές.»

Λίλλυ Μπρικ, η σύντροφος και μούσα του Μαγιακόφσκι, που επίσης αυτοκτόνησε σε μεγάλη ηλικία.

Η Κοφτερού παίρνει σαφή θέση για την αυτοκτονία των ποιητών, για την οποία τόση κουβέντα έχει γίνει και τόσο υπερβολικά έχει υμνηθεί από πολλούς. Με τον τρόπο της Ποίησης. Πρώτα προς τον Καρυωτάκη: «Όμως εμείς ποτέ μας δεν θα γίνουμε αυτόχειρες/ίσως γιατί δεν θα ‘μαστε ιδανικοί.» και στο τέλος του ποιήματος «Μένει στο ποίημα να ‘ναι η δική μας/γι απάντα εξ αίματος συγγένεια.» Και μετά προς τον Μαγιακόφσκι και τη Λίλλυ Μπρικ. «Δεν ήρθα γι’ αυτό, της απαντώ./Ο έρωτάς μου για τον ποιητή/κοιμάται στον μικρό του τάφο/σελίδα 25./Να σε απομακρύνω ήρθα./Η λίμνη θ’ αποξηρανθεί.» Αλλά και στη Σύλβια Πλαθ: «Πρώτη φορά οι εφιάλτες της/έγιναν όνειρα με παλτουδάκια κόκκινα/που ταξιδεύουνε πάνω σε ψάρια μυθικά»

Το τελευταίο ποίημα με το οποίο τελειώνει η συλλογή, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία. Η ζωή συνεχίζεται…… Ποίημα εν παρόδω: «Έκλαιγα στο λεωφορείο» και πιο κάτω «Πριν τη Λαμία ένα κορίτσι ανέβηκε/κι έκλαιγε με λυγμούς/ξεκάθαρη/συνάφεια αιτίου – αιτιατού./Απότομα στεγνώσανε τα’ ατροφικά μου δάκρυα./Άρχισα τη μεθοδευμένη/της λύπης της κλοπή/με του εκκρεμούς τη μέθοδο.»

Για τον προσεκτικό αναγνώστη, βέβαια, υπάρχει ένα μικρό ποίημα στο δεύτερο μέρος, με το οποίο η ποιήτρια δίνει απάντηση στα διλήμματα που θέτουν οι αυτοκτονίες των ποιητών.

Ιδιοτέλεια φιλιών

Όλα τα λάφυρα
που μου έφερε το ποίημα
χωρίς κανένα δισταγμό
τ’ αποποιούμαι

Ιδιοτελής ανταλλαγή
μόνο για τα φιλιά σου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Ira Nowinski. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly