frear

Μια πόλη χωρίς όνομα – γράφει η Εύα Μ. Μαθιουδάκη

Βασίλης Χριστόπουλος, Γιατί σ’ εμένα;, Κέδρος, Αθήνα 2019.

Η πόλη σήμερα δεν έχει ταυτότητα. Γιαυτό δεν την λένε πια Πάτρα την λένε …αλήθεια πως θες να την λένε; Η πόλη ζει ως μύθος στο μυαλό ανθρώπων περιθωριακών και κατεστραμμένων, στο μυαλό του συγγραφέα flaneur, Βασίλη Χριστόπουλου. Μια πόλη που ξεγυμνώνεται συνεχώς από αναφορές στην παλιά της αίγλη, στην παλιά της λάμψη και μένει όλο και πιο βουβή, μόνη με ανθρώπους που προσπαθούν να σταθούν περισώνοντας απλά την ταυτότητα τους, όπως δηλαδή κρατώντας κυριολεκτικά στα δόντια τους, στα δόντια την δική τους καταδίκη τους αστυνομική ταυτότητα πέφτουν αυτοβούλως στο κενό. Γιατί αν δεν έχεις ταυτότητα δεν είσαι τίποτα. Ο μύθος της πόλης, καλώς ή κακώς, υπάρχει για να περισωθεί μια ταυτότητα. Οι παλιές αναφορές, η οικονομική και πνευματική ευημερία της γενιάς του ’30, όλα αυτά έχουν εκλείψει προ πολλού. Αν δεν έχεις αγκυλωθεί στον μύθο σου αν δεν έχεις όραμα και σκοπό, δεν έχεις καμία ταυτότητα. Είσαι ένα τίποτα.

Ο Βασίλειος Χριστόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1951. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Αθήνας (1969-1975) και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές σε Χωροταξία και Περιφερειακή Ανάπτυξη στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης (1989-1990). Ζει και εργάζεται μόνιμα στην Πάτρα. Έχει δημοσιεύσει κείμενα για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, την τέχνη και το θέατρο σκιών. Έχει εκδώσει πέντε μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα και ένα δοκίμιο για την τέχνη. Αυτό είναι το έκτο του βιβλίο, μια συλλογή 32 διηγημάτων με τον τίτλο Γιατί σε μένα;.

Ο Χριστόπουλος υποβάλλει τους ήρωες του σε μια εσωτερική αναψηλάφηση, όπου το παρελθόν τους αναμετριέται με το βάρος του σήμερα, το βάρος που κληροδότησε το χθες στο παρόν. Στο βιβλίο περιδιαβαίνουν θύτες και θύματα, αγανακτισμένοι ή και εξαθλιωμένοι Έλληνες και μετανάστες χωρίς μέλλον, μόνο με τον τόπο να αποκτά σημαίνουσα και σχεδόν εξωπραγματική διάσταση.

Ο συγγραφέας επιδιώκει να αποτυπώσει τα αθέατα αντανακλαστικά μιας κοινωνίας σε κρίση, αναφέρεται στο οπισθόφυλλο. Ξεκινώντας από ένα μικρό σχεδόν ασήμαντο γεγονός σταδιακά φέρνει αντιμέτωπο τον ήρωά του αλλά και τον αναγνώστη του, που ούτε καν το αντιλαμβάνεται, από μια τετριμμένη πεζή κατάσταση στο συναισθηματικό βάθος των πραγμάτων, σαν την κουβερτούλα που απλώνει η πεθερά στον απεγνωσμένο «πιλοτοφύλακα» να απαγκιάσει.

Κατά τις πέντε το πρωί, ενώ η καταιγίδα μαινόταν, η κυρα-Κατερίνα κατέβηκε στην πιλοτή. Κρατούσε μια μάλλινη κουβέρτα στο ένα χέρι κι έναν δίσκο στο άλλο. Πάνω στον δίσκο είχε δύο μεγάλες κούπες καυτό τσάι που άχνιζε. Φορούσε τη λευκαδίτικη φουστάνα της, το πανωφόρι της και πάνω της είχε ρίξει μια άλλη μάλλινη κουβέρτα.

-Σου έφερα τσάι και μια κουβέρτα να διπλωθείς, είπε και του έδωσε το ρούχο και τη μια κούπα.

-Πολιτοφύλακας κι εσύ, γριά, της είπε με φωνή μπερδεμένη.

Άρπαξε αμίλητος την κούπα και την κουβέρτα και τραβήχτηκε στο βάθος, σε μια άλλη προστατευμένη πεζούλα. Σκέπασε τα πόδια του με την κουβέρτα και άρχισε με μικρές γουλιές να πίνει το καυτό τσάι. Μόλις το τέλειωσε ακούμπησε το κεφάλι πίσω στον τοίχο προσπαθώντας να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.

Σε κάτι τέτοια σημεία διακρίνεται η καλά κρυμμένη ευαισθησία του συγγραφέα, ένας άλλος εαυτός που αγγίζει και γλυκαίνει τον αναγνώστη.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Κάντ είχε πει πολλά βέβαια αλλά μας είχε προτρέψει, με σκοπό την καλύτερη κατανόηση των γεγονότων, να φοράμε γυαλιά, όπου ο ένας ο φακός θα δείχνει το χρόνο και ο άλλος τον τόπο.

Στο βιβλίο του αυτό αλλά σχεδόν και στο σύνολο του έργου του, η πόλη πρωταγωνιστεί ως αθέατος αλλά βασικός ήρωας. Όλα από αυτήν ξεκινούν και σε αυτήν τελειώνουν. Η Πάτρα χωρίς όνομα, η Πάτρα του χθες, η Πάτρα στο ιστορικό της πλαίσιο των αρχών του περασμένου αιώνα. Ένας χαρτογράφος που ως άλλος «Μίμαρος» μπαινοβγαίνει στα βιβλία του χτενίζει την πόλη πόντο πόντο.

Η Ευθαλία άρχισε να στρέφεται αρμονικά, να πλέκει τα χέρια της με τέχνη, να δονεί αργά, αλλά με ένταση το κορμί της, να προτάσσει τα στήθη της και να προβάλλει τα οπίσθιά της, χτυπώντας πάντα το μικρό της ντέφι. Στην αρχή λικνιζόταν νωχελικά, αλλά σιγά σιγά επιτάχυνε το ρυθμό της, καθώς η μουσική άρχισε να ξεσπάει σαν καταιγίδα. Σαν να τη μαστίγωνε, η Ευθαλία ανταποκρίθηκε με νέες χορευτικές δονήσεις, λες και έτρεμε από πόθο και έκσταση.

Τα γλαρωμένα μάτια των αντρών ήταν καρφωμένα άλλοτε στα στήθη της και άλλοτε στα εξέχοντα οπίσθια. Οι ανάσες τους έγιναν ταχύτερες, οι εκκρίσεις της λαγνείας και ο ιδρώτας τους πλημμύρισαν την αίθουσα.
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Στο φως της ασετιλίνης, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2002).

Ο Βασίλης Χριστόπουλος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με την ευρύτερη έννοια λογοτέχνης της πόλης γιατί τοποθετεί την πόλη ως κύριο πρόσωπο της δράσης, ως σκηνικό και πεμπτουσία του έργου του.

Ο Χριστόπουλος ασκεί βιωματική λογοτεχνία, με μια απολύτως αφαιρετική και λιτοδίαιτη προσέγγιση της γραφής. Μια γραφή που δεν ευφραίνει τα ώτα μας, ένα είδος γραφής που μοιάζει σαν προσωπική αυτοτιμωρία.

Το σίγουρο είναι ότι καταφέρνει να αναδείξει την πολιτική και κοινωνική μορφολογία της περιοχής μέσα από ιστορίες ανθρώπων άλλοτε οργισμένων άλλοτε παραδομένων και άλλοτε ζωντανών νεκρών.

Σημαντικό είναι επίσης το πώς στις ιστορίες του Χριστόπουλου παρουσιάζεται ο «άλλος», ο άλλος που μπορεί να είναι ζητιάνος ή και μετανάστης, οι τρόποι με τους οποίους τους περιγράφει.

Στέκομαι όρθιος πίσω από μια κολόνα της στοάς και τον παρατηρώ. Δείχνει σιγουριά και οι κινήσεις του αποπνέουν μια αρχοντιά. Ένας μετανάστης, επαγγελματίας μουσικός του δρόμου. Παρά το ότι η κίνηση είναι περιορισμένη, η δουλειά φαίνεται να πηγαίνει καλά. Σχεδόν όλοι, οι λιγοστοί, περιπατητές κοντοστέκονται. Ακούνε για λίγο και αμέσως ρίχνουν πρόθυμα τον οβολό τους. Το τετράγωνο κουτί που βρίσκεται κάτω στον πεζόδρομο, κάθε τόσο κουδουνίζει ηχηρά. Πρέπει να είναι σιδερένιο. Σε κάθε κουδούνισμα ο μουσικός κουνάει αργά το κεφάλι και ένα αχνό χαμόγελο φωτίζει το ευγενικό πρόσωπό του.

Δείχνει να έχει βρει τον τρόπο να επιβιώνει αξιοπρεπώς, σκέφτομαι με κάποια ζήλια. Αν γνώριζα ένα μουσικό όργανο, ένα ακορντεόν, ένα σαξόφωνο, όργανα που ταιριάζουν στη μουσική του δρόμου… Ίσως αυτή η δουλειά να αποτελούσε μια λύση και για μένα.

(Από το διήγημα του βιβλίου: «Ποτέ μη λες ποτέ»).

Μια ανθολογία διηγημάτων δεν μπορεί να αποτελεί μια παρέλαση ανόμοιων κειμένων αλλά ούτε να επιβαρύνει τον αναγνώστη με επαναλαμβανόμενες αδιέξοδες θεματικές και καταστάσεις. Ο Βασίλης Χριστόπουλος παρόλη την δύσκολη θεματολογία «της κρίσης», κατάφερε να μας κρατήσει το ενδιαφέρον, μεταφέροντας μας στην πόλη του, αφήνοντας μας την αίσθηση ενός αέναου κύκλου μιας ζωής που είναι εκεί σπαρταρά και ελπίζει.

Ο Βασίλης Χριστόπουλος δεν είναι ενεργός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συνεχίζει σεμνά το συγγραφικό του έργο και παρακολουθεί εμάς όλους καθώς και την πόλη του να αλλάζει ολοένα στο « σχήμα του πόθου μας και της καρδιάς μας».

Μια πόλη με πληγωμένο υποσυνείδητο, ανέραστη, λουφάζει περιμένοντας μια νέα δόξα που αργεί!

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Deepak Shinde. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly