frear

Ο ενεστώτας του κακού – γράφει ο Χρήστος Βασματζίδης

Olivier Guez, Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε, μετάφραση Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2108.

Ο Γιόζεφ Μένγκελε όταν φτάνει στο Μπουένος Άιρες με το ψευδώνυμο Γκρέγκορ, ακόμη αναπολεί τις «λαμπρές» ημέρες της εξουσίας του. Κρεματόρια, παραπήγματα, θάλαμοι αερίων και μυρωδιά. Μυρωδιά καμένης σάρκας και μαλλιών. Στο στρατόπεδο θανάτου ο Μένγκελε διάλεγε από τη ράμπα της διαλογής των Εβραίων, αυτούς που θα χρησίμευαν για πειράματα, υπό το καθεστώς μια εξουσίας που αναγνώριζε ως δόγμα το «Du bist nichts, dein Volk ist alles».

Οι παραγγελίες θανάτου και πειραμάτων που κοινοποιούσε έπρεπε να έχουν την κατάλληλη αισθητική απόδοση. Γι’ αυτό σιγοσφύριζε κάποια άρια από την αγαπημένη του Τόσκα, σκεπτόμενος ότι «δεν έπρεπε να παραδοθεί σε κανένα ανθρώπινο συναίσθημα, ο οίκτος ήταν αδυναμία…» και «...με μία κίνηση της βέργας που κρατούσε, ο παντοδύναμος σφράγιζε τη μοίρα των θυμάτων του…».

Ο Ολιβιέ Γκεζ (Olivier Guez), που γεννήθηκε στο Στρασβούργο το 1974 και σπούδασε κοινωνικές επιστήμες και οικονομικά, έγραψε το μυθιστόρημα Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε και τιμήθηκε με το βραβείο Renaudot. Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις εκδόσεις Κριτική στην πολύ καλή μετάφραση της Ευγενίας Γραμματικοπούλου.

Ο συγγραφέας ασχολήθηκε με τη ζωή και τη δράση του Γιόζεφ Μένγκελε επισταμένως και φαίνεται από τη βιβλιογραφία που συγκεντρώνει στο τέλος του βιβλίου, η οποία ταιριάζει καλύτερα σε πανεπιστημιακό ιστορικό σύγγραμμα παρά σε μυθιστόρημα. Δεν θα μπορούσε όμως να καλύψει καλύτερα τις πτυχές αυτής της σκοτεινής προσωπικότητας που από μόνη της αποτέλεσε έναν μύθο, από το να την εντάξει σε ένα μυθιστορηματικό κείμενο.

Ο Μένγκελε βρίσκει καταφύγιο στην Αργεντινή του Περόν το έτος 1949. Μετά το τέλος του πολέμου η χώρα βρίσκεται σε ρυθμούς ξέφρενης ανάπτυξης, ενώ το Μπουένος Άιρες θεωρείται εκείνη την εποχή μία πόλη γεμάτη πολιτισμό και φινέτσα. Ο Μένγκελε βρίσκεται στα νερά του. Η προσωπολατρία των Αργεντίνων για το ζεύγος Περόν του θυμίζει τον δικό του Φίρερ. Ο συγγραφέας σχολιάζει σχετικά για το ζεύγος Περόν: «και να που το 1946 κρατούν στα χέρια τους τα ηνία της Αργεντινής, με την υποστήριξη της Εκκλησίας, του στρατού, των εθνικιστών και του προλεταριάτου. Έχει φτάσει η ώρα να πέσουν κεφάλια». Σ’ αυτή τη χώρα που πρωτοστάτησε ως γέφυρα μεταξύ Γερμανίας και Λατινικής Αμερικής στη διάρκεια του πολέμου, έβρισκαν ένα σίγουρο άσυλο χιλιάδες ναζί σαν τον Μένγκελε. Η Αργεντινή του Περόν ήταν μία πατρίδα για τους ναζί που έρχονταν εγκαταλείποντας την ηττημένη Γερμανία, η οποία τους χορηγούσε όλα τα εχέγγυα για να αναπτύξουν επιχειρηματικές δραστηριότητες και να επενδύσουν το συνάλλαγμά τους: «Στην Αργεντινή, γη φυγάδων, απέραντη σαν την Ινδία, το παρελθόν δεν υπάρχει».

Ο Γιόζεφ Μένγκελε ήταν γιατρός του Γ΄ Ράιχ. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Ινστιτούτο Ανθρωπολογίας του Μονάχου, όπου επηρεάστηκε από τις ρατσιστικές ιδέες του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ και Ιατρική στη Φρανκφούρτη. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Βιέννη και στη Βόννη. Το 1935 εργάστηκε στο ναζιστικής σύλληψης «Ινστιτούτο κληρονομικής βιολογίας και φυλετικής υγιεινής» στο Πανεπιστήμιο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε της Φρανκφούρτης, ενώ μόλις ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ως στρατιωτικός γιατρός εστάλη στο μέτωπο της Γαλλίας και της Ρωσίας.

Μετά από έναν τραυματισμό στο πεδίο των μαχών αποσύρθηκε από την πρώτη γραμμή του μετώπου, παρασημοφορημένος με τον «Σιδηρούν Σταυρό». Ήταν πλέον ένας ήρωας πολέμου. Τότε τοποθετήθηκε από τον Χάινριχ Χίμλερ στο Άουσβιτς. Εκεί διεξήγαγε τα χιλιάδες πειράματα σε εβραίους, σε νάνους ή σε διδύμους, κυρίως παιδιά, αλλά και σε χιλιάδες άλλα σώματα που κατά την κρίση του παρουσίαζαν κάποια ιδιαιτερότητα. Χιλιάδες αθώοι άνθρωποι εξοντώθηκαν από τον «άγγελο του θανάτου» ή «Δόκτωρ θάνατο» όπως τον αποκαλούσαν. Όταν έφυγε από την κατεστραμμένη Ευρώπη δεν έπαψε ούτε μία στιγμή να θυμάται αυτά τα γεγονότα και να οραματίζεται μία επαναφορά υπό τη μουσική υπόκρουση μιας όπερας του Στράους.

Ο Ολιβιέ Γκέζ παρακολουθεί μέσα από ένα πλήθος πληροφοριών όλη σχεδόν τη διαδρομή του Μένγκελε μετά το τέλος του πολέμου. Από τη Γένοβα στην Αργεντινή και από εκεί στην Παραγουάη και στην Βραζιλία. Μέσα από ένα δίκτυο καλά οργανωμένων αυτοεξόριστων ναζί, έβρισκε πάντα τους κατάλληλους διαύλους να διαφεύγει όταν ένιωθε να αποκαλύπτεται η ταυτότητά του. Σωρεία πλαστών εγγράφων και ταυτοτήτων, αλλαγές επωνύμων και καταλυμάτων, δωροδοκίες υψηλά ιστάμενων προσώπων και πάντα κάποιοι πιστοί ακόλουθοι που φρόντιζαν για την εξαφάνιση των ιχνών του. Μέσα απ’ αυτό το προστατευτικό πλαίσιο ο Μένγκελε δεν έχασε την ευκαιρία να δημιουργήσει και επιχειρηματικές δραστηριότητες, με την αρωγή πάντα της εύπορης οικογένειάς του.

Ο Ολιβιέ Γκεζ μας δίνει ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο. Διαλέγει έναν ενεστώτα διαρκείας κάνοντας την αφήγηση εξαιρετικά παραστατική. Πετυχαίνει μ’ αυτόν τον τρόπο να βλέπουμε το κακό κατάματα και συνεχώς. Σε αντίθεση με τον Άιχμαν που τον απήγαγε η Μοσάντ, όταν εξαπέλυσε ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό στη Λατινική Αμερική για τους ναζί, ο Γιόζεφ Μένγκελε δεν πιάστηκε από καμιά διωκτική αρχή. Το γερμανικό κράτος όχι μόνο ολιγώρησε στην εκτέλεση της σύλληψής του αλλά και σταδιακά μετά τον πόλεμο άφησε να εισχωρήσουν ναζί στις διοικητικές δομές του. Ο ίδιος δεν αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να λογοδοτήσει, να μετανιώσει, να ζητήσει κάποια συγχώρεση.

Ακόμη και μπροστά στον δικηγόρο γιο του, τον Ρόλφ, δεν κατάφερε να απαντήσει στο σκληρό «γιατί». Υπερασπίστηκε τις ιδέες του για τον ναζισμό, την αγάπη του για τον Φίρερ, την ανωτερότητα της φυλής του και την ανάγκη, ναι την ανάγκη της καθαρότητας που τον οδήγησαν να κάνει τα ειδεχθή του πειράματα. «Νόμιμα και ηθικά, όφειλα να φέρω σε πέρας την αποστολή μου. Δεν είχα άλλη επιλογή», λέει στη συνάντηση που είχε με τον Ρολφ, όταν εκείνος ξεπέρασε τους ενδοιασμούς του και πήγε να τον συναντήσει. Για πρώτη και τελευταία φορά. Όταν επέστρεψε ο Ρόλφ Μένγκελε άλλαξε το επώνυμό του παίρνοντας εκείνο της γυναίκας του.

Το κακό έχει διάφορες μορφές και δεν μπορεί να ηττηθεί εύκολα από κάποια περίφημη άρια. Ο Γκεζ δείχνει ότι η Τόσκα μπορεί να γίνει η μουσική υπόκρουση βίαιων και μαζικών θανάτων. Στους ολοκληρωτισμούς, η βαρβαρότητα μπορεί να ενδυθεί με τα ωραιότερα ποιήματα, με τις πιο ατρόμητες ιδέες και τις πιο φίνες μουσικές και να παρασύρει μεθυστικά στην ιδέα μιας ανθρώπινης ανωτερότητας. Εκεί βρίσκεται η ρίζα του κακού, μα ο άνθρωπος ανήκει στην ταπεινότητα και στη συγχώρεση. Πουθενά αλλού.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη