frear

Τέσσερα ποιήματα – της Μαρίας Σύρρου

λογοπαίγνια

λογοκόπος vs λογοκλόπος:
— λοιπόν. λάμδα. λέγε λέξεις.
— λα, λα, λόλα.
— λέγε.
— λέξεις;
— λέξεις λαιμαργίας. λέγε.
— λιπόσαρκοι λωτοφάγοι λικνίζουν λιμνάζουσες λογικές.
λεκιάζουν λάφυρα, λιμπρέτα, λυχνοστάτες. (λήμμα «λίμπιντο»)
— λέξεις λαγνείας. λέγε.
— λιμοκοντόροι λιποτάκτες λυμαίνονται λάβαρα.
λακίζουν, λυσσομανούν, λουφάζουν. (λήμμα «λίμπιντο»)
— λέξεις λύτρωσης. λέγε.
— ληξιπρόθεσμα λόγια λαοπλάνων λαξεύουν
λαιμαριές λαπάδων, λάκκους λεόντων, λυκοφιλίες…
— λέγε. λέγε, λοιπόν.
— φτου ξελευτερία.
— λάθος, λάθος. λέγε.
— λαιμητόμοι αρχέτυπα κοσμούν τη φυλακή μας.
μύγες παίζουν κρυφτό στις κοπριές.
— λοξοδρομείς. λέγε.
— λοξοδρομεί μια μύγα και μυγιάζεσαι. (λήμμα «μωρίας εγκώμιον»)
λοξοδρομώ, λοιπόν. περνάω στο μι.
σειρά μου τώρα. μάντεψε.

***

εχεμύθεια

σήκωσα το ακουστικό βαριεστημένα
— στης ανεργίας μου τα χρόνια
καυχιέμαι πως κατέκτησα
την απαξία της ελπίδας.
από γνωστή στατιστική εταιρεία
κάποια υπάλληλος
—συμβασιούχος ορισμένου χρόνου, υπέθεσα—
με παρακάλεσε για καναδυό ερωτήσεις
ίσαμε να φανεί πως άξιζε το μεροκάματο.
σάστισα μπρος στην ειλικρίνειά της
με ρώτησε, απάντησα.
ήθελα τόσα άλλα να της πω
—για τη χαμένη μου αξιοπρέπεια
και τους χαμένους φίλους—
μα δεν ταιριάζανε οι ερωτήσεις.
εκείνη αρκέστηκε να μάθει
ποιες ώρες άκουγα ραδιόφωνο
κι αν είχα βγάλει το πανεπιστήμιο.
με καλημέρισε ύστερα ευδιάθετη
σα να με ήξερε από χρόνια
και μου ευχήθηκε ό,τι καλύτερο
λες κι είχα τα γενέθλιά μου.
τι να σκεφτόταν άραγε;
είναι κάτι συμβάσεις άγραφες
που δε θα λήξουνε ποτέ.

***

ιδιοτροπίες

αυτός ο κυνηγάρης σκύλος
που τον παράτησαν λυτό
τρεις μέρες τώρα
στο ταρατσάκι τού απέναντι διώροφου
πείσμωσε κι ούτε τρώει ούτε πίνει.
αρνείται να δεχτεί, όπως φαίνεται
μια τέτοια ελευθερία
που του εκχώρησαν με το στανιό τ’ αφεντικά του.
πείσμωσε κι όλο κλαίει.
κλαίει πάλι απόψε
και δεν του καίγεται καρφί
ούτε για τους αστερισμούς, που όλο συνωμοτούν
καθώς φυλάνε τσίλιες στα ακατονόμαστα
ούτε για τη σελήνη, που αργοσβήνει μοναχή
κι εκλιπαρεί για συντροφιά
χαμένη στις αδέσποτες σκιές του δρόμου.
κλαίει και δεν του καίγεται καρφί
που πάλι με ξαγρύπνησε
μ’ αυτόν το βασανιστικό λυγμό του
να μου ξεφτίζει τα όνειρα.
πείσμωσε, κι είναι σα να αποζητάει
το φίμωτρο και το λουρί του.
κομμάτι δύσκολο να την αντέξεις την ελευθερία σου
άμα σε καλομάθουνε στα κανακέματα δεμένο.

***

refresh

μετρώ το χρόνο απ’ την αρχή
καθώς περιπλανιέμαι αμήχανη
στο λεύκωμα με τις παλιές φωτογραφίες.
παρατηρώ με επιείκεια
τα αλλεπάλληλα χαμένα εγώ
σαν ξένα πια.
τα άλλοθι κι οι μαρτυρίες τους ανεπαρκείς.
δε μου θυμίζει τίποτε από μένα
αυτό το κοριτσάκι το ασπρόμαυρο
με τα πελώρια μάτια και τις μπούκλες.
και τούτη ’δώ η έφηβη
μέσα στην μπλε ποδιά της
με το κολλαριστό το άσπρο γιακαδάκι
σαν τι να σκέφτεται άραγε
όπως ρεμβάζει αμέριμνη
στο φθινοπωρινό προαύλιο.
τόσες ζωές μες στη ζωή που έζησα
— τι κι αν υπολογίζεται για μία.
θολά καρέ, αχνές, μακάριες φιγούρες
με επισκέπτονται διστακτικά
και συναρμολογούν αυθαίρετα τα περασμένα.
φρεσκαρισμένες αναμνήσεις
που ξαναδένουν κάθε τόσο την αλήθεια
κομπάζουν ότι κύλησε
ακαριαίο όνειρο μισός αιώνας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Τα ποιήματα προέρχονται από την ανέκδοτη συλλογή λογότυπα. Φωτογραφία: Javier Arcenillas.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter