Τόλης Νικηφόρου, Από το τίποτα σαν θαύμα ξαφνικά, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2018.

τα ποιήματα και οι θνητές τους αφορμές

Η ποιητική δημιουργία ως αρχική αφορμή θα ήταν ίσως άστοχο να αποτελέσει αντικείμενο ανάλυσης, θεωρούμενη ατομική απολύτως περίπτωση, διαφοροποιούμενη σε κάθε ξεχωριστό ποιητή. Η αρχική ιδέα της έμπνευσης αφορά μόνο τον ίδιο τον δημιουργό, ο οποίος με έκπληξη και απορία αντιλαμβάνεται πως το έργο διεκδικεί την αυτονομία του, από τη στιγμή που τον εγκαταλείπει και ανοίγεται ελεύθερο στη δική του ζωή. Αυτήν την πρώτη αφορμή ο δημιουργός ίσως οφείλει να τη λησμονήσει, ως αποκομμένη πλέον από το έργο του, που μεταλλάσσεται διαρκώς σε άλλες μορφές – τόσες όσοι και οι αποδέκτες του. Θνητές οι αφορμές των ποιημάτων.

Δεν είναι, έτσι, απορίας άξιο που σπάνια συναντάμε εξομολογήσεις των ποιητών αναφορικά με την αρχική τους ιδέα ή την εικόνα που τους οδήγησε στη γραφή ενός ποιήματος. Η εσωτερική ανάγκη μιας προσωπικής τους υπόμνησης ίσως είναι που τους ωθεί αυτές τις σπάνιες φορές να μοιραστούν μαζί μας τις ποιητικές τους αφετηρίες. Και τότε ανοίγει και για μας, που διαβάζουμε τις εξομολογήσεις τους, ένα διαφορετικό παράθυρο στην ποίησή τους. Δίπλα στη δική μας ανάγνωση (εκεί δηλαδή που ο καθένας από εμάς ακούμπησε την προσωπική του ιστορία) έρχεται η πραγματική αφορμή για τη γέννηση του έργου, και ακολουθεί το ξάφνιασμα, η προσωπική απομυθοποίηση. Όλο αυτό όμως ας θεωρηθεί πλούτος για την ποίηση· η εναπόθεση της άλλης εκδοχής (το ότι είναι η αρχική δεν της προσδίδει κάποιο πλεονέκτημα ερμηνευτικό), η ενδιαφέρουσα σύγκριση.

Ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου (προτιμώ να τον ονομάζω ποιητή, αν και μας έχει δώσει έξοχο πεζό λόγο, μάλλον για την ποιητικότητα της γραφής του) συγκέντρωσε τις μνήμες του, τις αφορμές και τις ευαισθησίες του, και μας έδωσε μέσα σε είκοσι τέσσερις μικρές αφηγήσεις τις ιστορίες των ποιημάτων του. Με συγκινεί ο τίτλος, κάτω από τον οποίο τις έχει όλες στεγάσει. Πράγματι, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, τα ποιήματα ξεπηδούν από το τίποτα. Ένα τίποτα, λιτό και ευτελές σε μέγεθος, που έρχεται από τον εσώτερο εαυτό, από όλα τα αποθηκευμένα εκεί για ώρα ανάγκης, τα συχνά λησμονημένα, ωστόσο ζωντανά. Αλλά και από κομμάτια, αποσπάσματα του γύρω κόσμου: μια λέξη που ειπώθηκε, μια φευγαλέα κίνηση προσώπων, η απρόσμενη συνύπαρξη κάποιων στοιχείων που καθόλου δεν φιλοδοξούν να συναποτελέσουν μια εικόνα. Κι όμως! Στη σκέψη του ποιητή ξαφνικά όλα δένουν μεταξύ τους σε κάτι νέο, και τότε απροσδόκητες υπάρξεις βλέπουν το φως. Το ποίημα είναι πάντα ένα μικρό ρήγμα στο τάχα αρραγές του σώματος του κόσμου.

«το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί
είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας
κυκλοφορεί στο υπόγειο
και λούζεται με φως στο υπερώο
διαβάζει ένα – ένα τα χειρόγραφά μας
αποκρυπτογραφεί τις μυστικές φωνές
που ταξιδεύουν μέσα μας
και πίνει για να μεγαλώσει
γι’ αυτό και είναι πάντα μεθυσμένο

το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί
όπως πριν από μας επέλεξε
αυτό το σπίτι για να κατοικήσει»

Η παραπάνω ποιητική κατάθεση του Νικηφόρου ας θεωρηθεί απολύτως δηλωτική της φύσης του ποιήματος, ως υπαρκτού και μη υπαρκτού, ως ορατού και αθέατου, ως θνητού και αθάνατου ταυτοχρόνως. Διαβάζοντας τις μικρές αυτές ιστορίες των ποιημάτων περνά από μπροστά μας η ζωή του ποιητή, τα δύσκολα παιδικά χρόνια, οι πρώτες εμπειρίες, οι έρωτες, η ξενιτιά, η διαχρονική έννοια της αγάπης, η βασανιστική αλλά και απολαυστική μαζί γέννηση της γραφής. Θα μείνω σε δύο απ’ τις καταγραφές αυτές, ίσως γιατί το ξάφνιασμα ήταν εντονότερο, στη μία γιατί η απόσταση ήταν πιο μεγάλη ανάμεσα σ’ αυτό που βίωσα ως ανάγνωση του ποιήματος και στην αποκάλυψη των συνθηκών της γέννησής του, στην άλλη αντιθέτως, γιατί ήταν θελκτική η γειτνίαση των εικόνων και των αισθημάτων.

Το ποίημα που αντιστοιχεί στο πρώτο ξάφνιασμα:
«την ώρα που ένιωθα ασφαλής
στην πέτρινη σιγή του κόσμου
άνοιξαν ξαφνικά οι μυστικοί κρουνοί το απομεσήμερο
και η αυλή πλημμύρισε κίτρινες πεταλούδες
γιορταστικά πολύφωτα
ιπτάμενα ίχνη του απρόσιτου που ενεδρεύει
την ώρα που ένιωθα ασφαλής
με ξύπνησε το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα
κι είδα μέσα στο φως να ξεπροβάλλει η τίγρη»

Μια εικόνα που ξεχύνεται από ένα ποίημα τόσο ολιγόστιχο, ωστόσο γεμάτο θαύματα. Σκέφτομαι την αιφνίδια μετάλλαξη από το εξαίσιο στο απειλητικό, συνδέω με δικά μου βιώματα (από τα πιο κρυφά) και πάλι ψάχνω τις λέξεις που υπερβαίνουν την πραγματικότητα, προκειμένου να συλλάβω όλο το σώμα του λόγου. Καταλήγω στην υιοθέτηση του μύθου – ίσως γιατί δεν αντέχω την ευθεία ερμηνεία των εσώτερων φόβων, ίσως γιατί προτιμώ όλο αυτό να παραπέμπει σε κάποιο συμβολισμό ιαματικό των πόνων. Κι έρχεται από την πλευρά του ποιητή η αποκαλυπτική αλήθεια. Για μια πραγματική εικόνα πρόκειται:

«Μόλις βγήκα στην αυλή, με τύλιξε ένα σύννεφο από πεταλούδες. Δεκάδες, εκατοντάδες κίτρινες πεταλούδες, απίστευτα, εξαίσια ονειρικές. Πώς και από πού είχαν εμφανιστεί; Ποτέ ως τότε δεν είχα δει έστω και μία κίτρινη πεταλούδα. Κάθισα στην πάνινη πολυθρόνα, με την απορία και την έκσταση στα μάτια, και τις άφησα να φτερουγίζουν τριγύρω, στους ώμους μου, στο κεφάλι, παντού.

[…]
Και τότε βαθιά μέσα μου ένιωσα την απειλή. Κίτρινη κι αυτή. Αόριστη αλλά εξαιρετικά έντονη. Ότι αυτές οι στιγμές δεν ήταν παρά στιγμές και ότι θα ακολουθούσε αναπόφευκτα η πτώση στην πραγματικότητα. Η ειδυλλιακή ατμόσφαιρα θα διαλυόταν, το διάλειμμα θα τελείωνε, το θαύμα θα εξατμιζόταν και θα προσγειωνόμασταν και πάλι, πιο σκληρά τώρα, στον κόσμο της τίγρης και του χαμού. Και μελαγχόλησα».

Κι εδώ, από το δεύτερο ξάφνιασμα, πάλι πρώτα το ποίημα:

«... ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα
νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα»

Στη μνήμη έρχεται η παραλία, κι αμέσως λέω: η παλιά παραλία. Αυτή που ακόμα νιώθω να καίει τα πέλματα στην απόσταση ως τον Λευκό Πύργο. Αυτή που μετά χάθηκε, την κατάπιε η επέκταση, οι ποικίλοι νεωτερισμοί στο σώμα της αγαπημένης πόλης. Κι αυτή τη νοσταλγία έρχεται ο ποιητής να την κάνει βαθύτερη, όταν αρχίζει στην ιστορία του ποιήματος να θυμάται με τη σειρά όλα τα όμορφα της παλιάς εικόνας:

«Όταν λέγαμε παραλία, εννοούσαμε βέβαια την παλιά παραλία. Η παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης, από το Λιμάνι ως τον Λευκό Πύργο, ήταν πάντα ένα μέρος γοητευτικό, ένα μέρος μαγικό για μας. Εκεί βρίσκονταν τα καλύτερα σπίτια με θέα απέραντη στη θάλασσα, από εκεί μπορούσες να δεις τις λευκές κορυφές του Ολύμπου να αγγίζουν τον ουρανό, από εκεί ξεκινούσαν τα καραβάκια για τα μπάνια σε Περαία, Μπαξέ και Αγία Τριάδα, εκεί βρίσκονταν οι κινηματογράφοι Παλλάς και εθνικό, αργότερα Κεντρικό, το θερινό Άλεξ, τα μπιλιάρδα του Πτι Παλαί, εκεί βρισκόταν το περίφημο ξενοδοχείο Μεντιτερανέ και το εστιατόριο Όλυμπος Νάουσα, άλλα εστιατόρια και καφενεία».

Η ταύτιση εδώ των εικόνων της μνήμης. Σωτήριες επαληθεύσεις μέσω του ποιητή όσων από νωρίς εντυπώθηκαν και δεν φεύγουν κι ας έχουν περάσει χρόνια πολλά από τη δική μου παιδική ηλικία στη γενέθλια πόλη.

Πιστεύω πως ο αναγνώστης αυτών των ιστοριών θα βρει τη συμπόρευση με τον ποιητή, άλλοτε για να επαληθεύσει τις δικές του παραστάσεις και άλλοτε για να ξαφνιαστεί από το απρόσμενο της γέννησής των ποιημάτων. Μα, αυτή είναι η μαγεία της ποίησης, η επικοινωνία με τον αποδέκτη της, με όποιο δρόμο βρει αυτός πρόσφορο, με όποια ερμηνεία κι αν θελήσει να δώσει στα λόγια του ποιητή. Και μακάρι οι ερμηνείες να είναι πολλές, όπως το κάθε ποίημα είναι ένας αυθύπαρκτος οργανισμός όλος ζωή, που ανασαίνει με τις ξένες προσμείξεις χωρίς να χάνει τίποτα από την αυθεντική του πρώτη αφορμή. Τις αφετηρίες των ποιημάτων του μας δείχνει ο Τόλης Νικηφόρου στην πρωτότυπη κατάθεσή του, αφιερώνοντας λίγες σελίδες σε κάθε ποίημά του, αφήνοντας έτσι τον αποδέκτη του να συμπληρώσει τις δικές του προσωπικές (αναγνωστικές) αφορμές.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.