Γιάννης Σκαρίμπας, Παραδοξολογίες και γλωσσικές ακροβασίες στο πεζογραφικό έργο του, εκδόσεις (poema…), 2016.

Για τον Γιάννη Σκαρίμπα τι να πω; Όλοι μας που ζούμε στη Χαλκίδα τον γνωρίζουμε. Είναι συνδεδεμένος άρρηκτα με την πόλη αυτή, τόσο που συχνά λέγεται η φράση «Ο Σκαρίμπας της Χαλκίδας» ή «Η Χαλκίδα του Σκαρίμπα». Παρ’ όλα αυτά, αναφέρω εδώ αυτά που γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της Γιάννης Σκαρίμπας, Παραδοξολογίες και γλωσσικές ακροβασίες στο πεζογραφικό έργο του, εκδόσεις (poema…) 2016, η συγγραφέας Χαρά Νικολακοπούλου:

«Πρωτοποριακός πεζογράφος και ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μαχητικός αρθρογράφος αλλά και αμφιλεγόμενος ιστορικός, ο Γιάννης Σκαρίμπας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πεζογράφους της λεγόμενης “Γενιάς του ’30”. “Ιδιότυπος, αντικομφορμιστής, αναρχικός, πρωτότυπος, μοναδικός, αιρετικός, στυλίστας, σουρεαλιστής” είναι κάποια από τα επίθετα που τον συνοδεύουν. Ο κατακερματισμός της ταυτότητας των ηρώων, η ιδιάζουσα γλώσσα του, η εξάρθρωση της σύνταξης, η υψηλή αυτοαναφορικότητα της γραφής του, η εσωτερική διακειμενικότητα, οι παραδοξολογίες, το υπερρεαλιστικό στοιχείο, η καυστική σάτιρα, ο κλαυσίγελος είναι μερικά από τα διακριτά στοιχεία της νεωτερικότητας του πεζού του λόγου.

Στο συγκεκριμένο μελέτημα αναλύονται, αρχικά, οι γλωσσικές ιδιομορφίες που διαμόρφωσαν το ιδιαίτερο εκφραστικό όργανό του. Παράλληλα, σε δεύτερη φάση, διερευνώνται τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν τον χαρακτήρα του παραλόγου που διακρίνει τα βιβλία του, όσο ακόμη οι παραδοξολογίες και οι σχέσεις του με τον υπερρεαλιστικό τρόπο γραφής.»

Το βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου καταγράφει μεθοδικά, λοιπόν, τα δομικά στοιχεία του παράδοξου και ακροβατικού λογοτεχνικού κόσμου του πεζογράφου Σκαρίμπα, αποδομώντας τον για χάρη του αναγνώστη. Ωστόσο δεν στέκεται εκεί. Επιχειρεί να αναδομήσει τη σκαριμπική Χαλκίδα μέσα από τη δική της αναγνωστική συνάντηση με αυτήν, με δικά της δομικά υλικά. Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου της με τίτλο «Δημιουργικό» η συγγραφέας έχει κάνει τις δικές της «ακροβασίες» με συμπαίκτη τον Γιάννη Σκαρίμπα. Τρία κείμενα έγραψε η ίδια στο τέλος. Καθένα από τα τρία αυτά αφηγήματα είναι βασισμένο σε ένα από τα τρία κυριότερα μυθιστορήματα του Σκαρίμπα. Το πρώτο της στη σειρά στο βιβλίο «Η πόλη και τα φαντάσματα» είναι βασισμένο στο Βατερλώ δυο γελοίων, το δεύτερό της «Η πόλη και η μουσική» στο Σόλο του Φίγκαρω, και το τρίτο της «Η πόλη και τα γοβάκια» στον Μαριάμπα.

Στην εισαγωγή αυτού του μέρους η ίδια γράφει: «Ξεκινώντας από τις Αόρατες Πόλεις του Καλβίνο και αλιεύοντας εδώ κι εκεί διάφορα σκαριμπικά μαργαριτάρια, επιχείρησα την ανασύσταση της αγαπημένης πόλης του συγγραφέα, της Χαλκίδας, μέσα από τα μάτια της υπερβατικής λογικής και της πανταχού παρούσας τρέλας του.»

Κι εδώ ερχόμαστε κι εμείς με τα δικά μας ερωτήματα. Γιατί ονομάζει ο Καλβίνο τις Πόλεις του Αόρατες; Δεν είναι ορατές; Δεν είναι υπαρκτές; Δε ζουν άνθρωποι μέσα σε αυτές; Οι πόλεις στον τίτλο του Καλβίνο και στο αντίστοιχο βιβλίο του είναι πόλεις, οι οποίες δεν μπορούν να εντοπιστούν σε κάποιο χάρτη ή αν και τυχόν βρεθούν, δεν είναι αυτές. Οι Αόρατες Πόλεις τοποθετούνται σε ένα νοητό χάρτη: στο χάρτη της φαντασίας ή/και της μνήμης. Στον πρόλογο του βιβλίου, ο Καλβίνο σημειώνει ότι «στις Αόρατες πόλεις δεν υπάρχουν αναγνωρίσιμες πόλεις. Είναι όλες επινοημένες». Έτσι, η φαντασία με τον ιδιόρρυθμο αφηγηματικό της τρόπο επινοεί μια νέα γεωγραφική αναπαράσταση της πόλης και την εγγράφει για πάντα σε ένα άλλο, παράλληλο σύμπαν, αυτό της λογοτεχνίας.

Η λογοτεχνική πόλη λοιπόν, η πόλη για την οποία γράφει ένας λογοτέχνης, αποτελεί μια επινόηση, μια φανταστική οντότητα που αναδομεί την περιοχή με το υπαρκτό όνομα σε ένα γεωγραφικό χάρτη, οδηγώντας την έτσι «όξω απ΄τα όρια του κόσμου» όπως ποιητικά ορίζει ο Σκαρίμπας.

Όλα τα ονόματα των δρόμων, των τοπωνυμίων, των ανθρώπων παραπέμπουν όχι τόσο στον πολεοδομικό ιστό μιας πόλης όσο στη μυθική της διαχρονική εικόνα. Μα, από την άλλη μεριά, δεν υπάρχει καμιά από τις τοποθεσίες της που να μην είναι διαποτισμένη από την ποιητική ματιά του κάθε συγγραφέα. Ο κριτικός συγγραφέας Αλέξης Ζήρας το διατυπώνει καίρια όταν γράφει για τη μυθιστορηματική Θεσσαλονίκη του Δημήτρη Μίγγα (Βιβλιοθήκη – Ελευθεροτυπία, 9 Ιανουαρίου 2004): «Η πόλη – μητέρα, η πόλη – ερωμένη, η πόλη – μοίρα: ζεύγη που ήδη έχουν σχηματίσει μια λογοτεχνική μυθολογία στην ποιητική και στην πεζογραφική παράδοση της μακεδονικής πρωτεύουσας κατά τον εικοστό αιώνα, από τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Στέλιο Ξεφλούδα, τον Γιώργο Κιτσόπουλο και τον Νίκο Μπακόλα ώς τον Τηλέμαχο Αλαβέρα και τον Γιώργο Χειμωνά», και συνεχίζει λέγοντας ότι: «Το σκηνικό και το εργαλείο “πόλη” που περιλαμβάνεται στην λογοτεχνία ως αντι-κείμενο ή υποκείμενο, επιβάλλεται στον δημιουργό ως υπερ-κείμενο. Η πόλη από “γράμμα” δηλαδή γραπτή περιγραφή, ανάγεται σε καθοδηγητικό “περίγραμμα”. Το γράμμα γίνεται πνεύμα. Η πραγματικότητα μιας πόλης ζει μέσα στον λογοτέχνη. Στο μυαλό και στην καρδιά.»

Με αυτή την παράδοση συνομιλεί και η πόλη Χαλκίδα του Γιάννη Σκαρίμπα.

Όπως ανέφερα πριν στην εισαγωγή μου, συχνά ακούμε τη φράση «Ο Σκαρίμπας της Χαλκίδας» ή «Η Χαλκίδα του Σκαρίμπα». Για το δίπολο Χαλκίδα-Σκαρίμπας η λογοτεχνική κριτική είναι ιδιαίτερα πλούσια. Για το πώς, δηλαδή, μετουσιώνεται λογοτεχνικά η Χαλκίδα ως πόλη μέσα στο έργο του Σκαρίμπα.

Πρώτα από όλα θα λέγαμε ότι από αυτήν δανείζεται τα λογοτεχνικά μοτίβα της γραφής του: οι γλάροι, τα τρελά νερά του Ευρίπου, το εισιτήριο, ο σταθμός, η αποβάθρα, τα δυο λιμάνια,το βαπόρι, ο ορίζοντας της θάλασσας, το φεγγάρι.

Η περιγραφή της Χαλκίδας όμως, όπου υπάρχει, αυτοαναιρείται: «Τ’ άστρα είναι στον ουρανό και τα λουλούδια στη γη, κι η Χαλκίδα κάτ’ απ’ τον ουρανό κι από τ’ άστρα. Πάνω της λοιπόν, ταξιδεύουν τα σύγνεφα. Κι εγώ είμαι από κάτω. Πορπατώ και στοχάζουμαι πως όλ’ αυτά και τα πλοία – γίνονται όσο πάει, παραμύθια». Η Χαλκίδα του Σκαρίμπα ανασυστάται, αυτονομείται και ταξιδεύει «όξω απ’ τα όρια» και του τόπου αλλά και του χρόνου, ανεξάρτητα αν και παραδόξως παράλληλα με την πόλη Χαλκίδα στο γεωγραφικό χάρτη.

Ας πάρουμε το μυθιστόρημα του Σκαρίμπα Μαριάμπας. Εδώ οι διαστάσεις του χώρου είναι ακαθόριστες. Η πόλη παραπέμπει σε ένα εσωτερικό τοπίο, έναν χώρο αδιέξοδο όπου εγκλωβίζονται οι ήρωες του μυθιστορήματος. Ενώ η πόλη ως όνομα μάς δίνεται σαφώς από τον αφηγητή, οι περιγραφές της όπου υπάρχουν είναι τόσο ασαφείς, ώστε τελικά το θολό σκηνικό να ανατρέπει την πραγματικότητα.

«Η ανατροπή του χώρου εδώ είναι της ίδιας κατηγορίας με τη γλωσσική αταξία και τη γραμματική και φωνολογική εξάρθρωση της γλώσσας: όλα μαζί υπηρετούν την απόρριψη και την ανατροπή της πραγματικότητας», αναφέρει η Κατερίνα Κωστίου, μελετήτρια του Σκαρίμπα και επιμελήτρια των απάντων του, υπογραμμίζοντας ότι «η χρήση της Χαλκίδας διαπλέκεται με την αφηγηματική τεχνική του Σκαρίμπα. Η τεχνική αυτή εξελίσσεται στο επόμενο έργο, στο μυθιστόρημα Το σόλο του Φίγκαρω. Εδώ οι περιγραφές της πόλης εκτός του ότι μετουσιώνουν τη Χαλκίδα σε εσωτερικό τοπίο, όπως στον Μαριάμπα, κάποτε την ανάγουν σε ουτοπικό χώρο.» (Καθημερινή, 6 Απριλίου 1997).

Έτσι και στο μυθιστόρημα Το Βατερλώ δυο γελοίων. Μπορεί τα πλαίσια του χώρου να είναι απολύτως αληθοφανή, όμως όσα συντελούνται εντός τους είναι εντελώς απίθανα. Όσο παράδοξα είναι αυτά που συμβαίνουν στην αφήγηση, τόσο υπονομεύεται το υπαρκτό του τόπου και του χρόνου.

Τοπωνύμια, ανθρωπωνύμια, και περιγραφές σπιτιών, δρόμων, ανθρώπων, δεν αποτελούν παρά αφηγηματικά εργαλεία στα χέρια του συγγραφέα που υπηρετούν το τέχνασμα της αληθοφάνειας. Η Χαλκίδα του Σκαρίμπα γίνεται έτσι μια άλλη πόλη, όχι ο πραγματικός γεωγραφικός τόπος. Αποτελεί το πέρασμα απ’ όπου ο αναγνώστης, σαν νοερός ταξιδιώτης, θα εισέλθει στον πλασματικό κόσμο του συγγραφέα. Γι’ αυτό και η είσοδός του είναι μια γέφυρα, όχι η πραγματική Παλιά Γέφυρα της Χαλκίδας, αλλά η σκαριμπική «της γραμμής των οριζόντων, του κρύφιου δρόμου που οδηγεί έξω από τα όρια του κόσμου ή έξω απ’ τον κύκλο των νερών – στα χάη».

Άλλωστε και οι ήρωες του Σκαρίμπα κινούνται «όξω από τα όρια του κόσμου». Έτσι, βρίσκουμε ήρωες σκιές, κούκλες, φιγούρες με σπασμένα μέλη της μαριονέτας ή της φιγούρας του θεάτρου σκιών, μουσικά όργανα, ακόμα και μηχανικά ρομπότ. Παράδοξες μορφές, εντελώς φανταστικές, που καταγγέλλουν την κανονικότητα ανατρέποντας την, που υπονομεύουν κάθε σύμβαση του πραγματικού κόσμου. Επόμενο είναι ότι αυτή τη λογοτεχνική πρακτική του Σκαρίμπα θα ακολουθήσουν ο ιδιότυπος αφηγηματικός τρόπος του, η ανατρεπτική παράδοξη γλώσσα του, όπως και οι αφηγηματικές λογοτεχνικές τεχνικές που χρησιμοποιεί στα πεζά του κείμενα.

Από την άλλη πάλι, τι θα ήταν ο Σκαρίμπας χωρίς την Χαλκίδα, αναρωτιέται η μελετήτριά του Χρυσούλα Παπαγεωργοπούλου στο κείμενό της «Χαλκίδα –Σκαρίμπας, Γιατί εδώ και όχι αλλού;», (Πρακτικά Α΄ Πανελληνίου Συνεδρίου για τον Γιάννη Σκαρίμπα, Διάμετρος, 2007) βρίσκοντας φυσιογνωμικά παράλληλα στην τοπογεωγραφία των δυο κόσμων. Καταδεικνύει ότι ο Σκαρίμπας μεταστοιχειώνεται λογοτεχνικά όπως τον γνωρίζουμε, λόγω των χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου τόπου.

Στη λογοτεχνία ο κόσμος της μυθοπλασίας, λειτουργεί μέσω της φαντασίας. Το στοιχείο της φαντασίας, υπεισέρχεται στον υπαρκτό κόσμο και τον αναδομεί. Ο κόσμος που περιγράφει ένα μυθιστόρημα θεωρούμε ότι είναι αληθινός ακόμη κι αν γνωρίζουμε ότι δεν μπορεί να είναι υπαρκτός. Πλάθεται από τα εμπειρικά δεδομένα των αισθήσεών μας αλλά αναπνέει σε τόπο υπεραισθητό. Αυτό είναι η μαγεία της λογοτεχνίας άλλωστε.

Η λογοτεχνία δομείται ως οντότητα που κινείται και λειτουργεί σε τρεις ομόκεντρους κύκλους: το κείμενο, το συγγραφέα και τον αναγνώστη. Αυτοί οι τρεις άξονες του λογοτεχνικού φαινομένου βρίσκονται σε μια διαρκή αλληλεπίδραση στο χωρόχρονο. Κάποτε συγκρούονται και κάποτε αλληλοσυμπληρώνονται και ανάλογα με την εποχή και τις λογοτεχνικές θεωρίες της, κάποιος από τους τρεις κυριαρχεί. Άλλοτε ο συγγραφέας θεοποιείται, άλλοτε το κείμενο αυτονομείται, άλλοτε ο αναγνώστης είναι αυτός που θα θέσει τις ζώσες συνιστώσες του λογοτεχνικού κειμένου.

Η έννοια του αναγνώστη και ο ρόλος του στη λογοτεχνία απασχολούν τους ερευνητές από την αρχαιότητα. Από τη δεκαετία του ’60 και μετά η κυριαρχία του κειμένου κλονίζεται και το κριτικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται προς τον αναγνώστη. Αναπτύσσονται οι αναγνωστικές θεωρίες από τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας, οι οποίες έχουν ως αφετηρία τους τον αναγνώστη και την προβολή του ρόλου του στη λογοτεχνική διαδικασία. Ο αναγνώστης φαίνεται να είναι ο καταλύτης του λογοτεχνικού φαινομένου, αυτός που θα το νοηματοδοτήσει. Το λογοτεχνικό κείμενο δηλαδή, συντελείται σε ένα δυναμικό αναγνωστικό γίγνεσθαι, ορίζεται ως μια διαρκής ανάγνωση.

Κατά τη διάρκειά της ανάγνωσης ο μυθοπλαστικός κόσμος ενός κειμένου συνδέεται με τον πραγματικό κόσμο του κάθε αναγνώστη. Παράλληλα, μέσα από τη σειρά στοιχείων του κειμένου αυτός που διαβάζει, αισθάνεται ότι σχετίζεται με ένα ορισμένο ανθρώπινο περιβάλλον,έναν τόπο κι έναν χρόνο, που και αυτά με τη σειρά τους σχετίζονται με έναν ολόκληρο κόσμο.

Κατά τη νεώτερη θεωρία της λογοτεχνίας που ονομάζεται θεωρία της αναγνωστικής ανταπόκρισης, το κείμενο δραστηριοποιεί τον αναγνώστη να αναδημιουργήσει τον κόσμο που αυτό προβάλλει. Σύμφωνα με τον W.Iser (Η πράξη της ανάγνωσης. Η θεωρία αισθητικής ανταπόκρισης, 1976): «Το λογοτεχνικό κείμενο δεν είναι αντικείμενο που πρέπει να οριστεί, αλλά εμπειρία που πρέπει να βιωθεί». Αυτό το ονομάζει εικονική διάσταση του κειμένου, η οποία συντελείται από δύο παράγοντες: το κείμενο και τη φαντασία του αναγνώστη.

Στη φαντασία του ο αναγνώστης υπεισέρχεται σ’ ένα φανταστικό κόσμο, χωρίς να πάψει να ισχύει ο πραγματικός τόπος ως πλαίσιο αναφοράς του. Ο αναγνώστης αφού κατανοήσει τον μυθοπλαστικό κόσμο, οδηγείται μέσω της φαντασίας του σε ανασύνθεση του. Έτσι η πράξη της ανάγνωσης γίνεται μια ενεργητική διαδικασία που καθορίζει την πραγμάτωση του λογοτεχνικού κειμένου. Με αυτό τον τρόπο ξεδιπλώνει ένα λογοτεχνικό κείμενο τον εγγενώς δυναμικό του χαρακτήρα και ζωντανεύει μέσα από κάθε ανάγνωση.

Επομένως, η στενή επαφή του αναγνώστη με το κείμενο, αυτή που θα τον εμπλέξει ενεργά στον μυθοπλαστικό του κόσμο, διασώζει μέσω της ατομικής αίσθησης του αναγνώστη, το ίδιο το κείμενο. Και αν ένας αναγνώστης περάσει στην γραπτή αποτύπωση της ατομικής του αίσθησης, υπεισέρχεται σε μια μετά- πράξη ανάγνωσης, αυτή της δημιουργικής ανάγνωσης μέσω της δικής του λογοτεχνικής ή κριτικής συγγραφής.

Όσον αφορά τον Γιάννη Σκαρίμπα, εκτός της κριτικής αποτίμησης, ο ίδιος ο λογοτέχνης έχει μεταμορφωθεί σε πρόσωπο που μετέχει σε λογοτεχνικά κείμενα άλλων συγγραφέων. Έτσι παρουσιάζεται η μυθιστορηματική βιογράφηση μιας μέρας από τη ζωή του στο αφήγημα του Τόλη Καζαντζή, Μια μέρα με τον Σκαρίμπα, η μυθιστορηματική βιογραφία Σκαρίμπας του Γιώργου Παπαστάμου και η εμφάνισή του ως κυρ Γιάννης στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μενέλαου Λουντέμη Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους. Σημαντική είναι η παρουσία του σκαριμπικού κόσμου στο βιβλίο Λιμενάρχης Ευρίπου του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου το οποίο συνδιαλέγεται με τους ήρωες και τις καταστάσεις των πεζογραφημάτων και ποιημάτων του.

Στο βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου ο αντισυμβατικός και ιδιόρρυθμός κόσμος του Σκαρίμπα μεταφέρεται στην Χαλκίδα με τα λιμάνια και τα αλλόκοτα νερά της. Ζωνταντεύει η μυστική ζωή της, γίνεται πόλη υπερβατική όπου μονολογεί ένας παράδοξος τύπος, μια πόλη που αν δεν προσέξεις θα σε εγκλωβίσει στη σαγηνευτική της μουσική στην οποία χορεύουν αρλεκίνοι στους δρόμους της, γίνεται μοιραία γυναίκα- βιόλα, γίνεται ο ερωτικός ήχος των τακουνιών από γυναικεία γοβάκια, αόρατα.

Η συγγραφέας του βιβλίου Χαρά Νικολακοπούλου στο άρθρο της «Γιάννης Σκαρίμπας: Ιδιολεξία» στην εφημερίδα Αυγή (27 Νοεμβρίου 2016) γράφει σχετικά: «Πολύ προτού διατυπωθούν οι θεωρίες της αναγνωστικής πρόσληψης και επανεκτιμηθεί ο ρόλος του αναγνώστη στην αφηγηματική διαδικασία, ο Σκαρίμπας ήταν από τους πρώτους που απαίτησε, με πραγματική επιμονή, την ενεργό συμμετοχή του. Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν στήνει γλωσσικές παγίδες, δημιουργεί λεκτικά αναχώματα, σκαρώνει υφολογικά τερτίπια, πλέκει ιστούς υφασμένους με τις πιο ακραίες γλωσσικές ιδιοτροπίες, εκτελεί συντακτικά ακροβατικά νούμερα, προκειμένου όχι μόνο να εμπλέξει ενεργά τον αναγνώστη αλλά και να τον δυσκολέψει, να τον προβληματίσει, να τον κινητοποιήσει.»

Την δική της αναγνωστική κινητοποίηση και ανταπόκριση στο σκαριμπικό πεζογραφικό κείμενο βρίσκουμε κι εμείς ως αναγνώστες στο βιβλίο της Γιάννης Σκαρίμπας, Παραδοξολογίες και γλωσσικές ακροβασίες στο πεζογραφικό έργο του. Η συγγραφέας με τη σειρά της αποτυπώνει την ατομική της αίσθηση στη συνάντησή της με το σκαριμπικό κόσμο.

Η δική της ανάγνωση έγινε μετά-πράξη μέσω της δικής της λογοτεχνικής συγγραφής τριών αφηγημάτων όπου επιχείρησε την ανασύσταση της σκαριμπικής Χαλκίδας, της λογοτεχνικής πόλης του πεζογράφου Σκαρίμπα. Έτσι πέρασε στο χαρτί την δική της αναγνωστική απόλαυση καθώς φαντάστηκε σε τρεις ιστορίες ποια πόλη θα βρει μπροστά του, αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης περάσει την παλιά γέφυρα της Χαλκίδας. Κι έτσι, κι εμείς με τη σειρά μας ως αναγνώστες απολαμβάνουμε ταξίδια σε παράλληλα – σκαριμπικά αν μη τι άλλο – λογοτεχνικά σύμπαντα.

Το βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου Γιάννης Σκαρίμπας, Παραδοξολογίες και γλωσσικές ακροβασίες στο πεζογραφικό έργο του καταφέρνει, τόσο με λιτό και ευσύνοπτο τρόπο όσο και απολαυστικό, να ζωντανέψει τον ιδιόρρυθμο σκαριμπικό κόσμο και να τον κάνει προσιτό στον αναγνώστη.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.