frear

Για τον «Αφανισμό» του Ευάγγελου Ι. Τζάνου – γράφει ο Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Ο αφανισμός και το τυχαίο

Ευάγγελος Ι. Τζάνος, Αφανισμός (νουβέλα), εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2017.

Το καινούργιο βιβλίο του Ευάγγελου Τζάνου με τον τίτλο Αφανισμός, των εκδόσεων Ηριδανός, είναι το τέταρτο και τελευταίο μιας τετραλογίας στην οποία ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει ότι μελετά «το τυχαίο», δηλαδή, όπως το εννοώ εγώ, τις δυνάμεις εκείνες που συντελούν στην περιπέτεια της ζωής με τον αρχαίο ορισμό, δηλαδή στην αιφνίδια μεταβολή από τη χαρά στη λύπη και αντιστρόφως, δυνάμεις τις οποίες ο άνθρωπος δεν μπορεί να τις κατανοήσει και να τις ελέγξει. Στην καθημερινότητά μας, αλλά και στην ιστορία, μπορούμε να βρούμε τέτοια συμβάντα. Τα κέρδη από ένα λαχείο και η χελώνα που έπεσε από τα πόδια ενός αετού κάποτε και σκότωσε τον Αισχύλο, όπως θρυλείται, ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.

Ο Ευάγγελος Τζάνος, ακολουθώντας την τακτική που συστηματικά χρησιμοποίησε ο Καβάφης, φτιάχνει ένα σκηνικό από υλικά της αρχαιότητας. Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Ακταίος, ένας Αθηναίος που πήγε και εποίκισε μαζί με άλλους συμπολίτες του τη Μήλο, το 415 π.Χ., έπειτα από την αλαζονική καταστροφή της από τους Αθηναίους. Είναι μεταξύ άλλων και συγγραφέας, όπως δηλώνει ο ίδιος, ποιητής στην αρχή αλλά κατόπιν πεζογράφος, του αρέσει να γράφει για ιστορικά γεγονότα. Αφήνει ένα χειρόγραφο το οποίο, χρόνια μετά, πέφτει στα χέρια του αρχικού αφηγητή, την εποχή που η Αθήνα υποτάσσεται πλήρως στον Αντίγονο Γονατά, τον γιο του Δημήτριου Πολιορκητή, το 262 π.Χ. Ειρήσθω εν παρόδω, πιθανός τόπος γέννησης του Αντίγονου Γονατά θεωρούνται οι Γόννοι του νομού Λαρίσης. Για την κατάκτηση και την καταστροφή της Μήλου, που ήταν σύμμαχος των Λακεδαιμονίων, από τους Αθηναίους πολλές πληροφορίες αντλούμε από τον Θουκυδίδη: σκότωσαν τους άνδρες και πούλησαν τα γυναικόπαιδα ως δούλους, μας λέει. Ο Θουκυδίδης διασώζει και τον περίφημο διάλογο μεταξύ Μηλίων και Αθηναίων, όπου φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο δυνατός επιβάλλει το θέλημά του χωρίς αιδώ και συναίσθημα.

Χαρακτηριστική τεχνική γραφής στη νουβέλα αυτή, όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, είναι οι εγκιβωτισμοί, δηλαδή η αφήγηση μιας ιστορίας μέσα στην άλλη. Έτσι, ενώ αρχικά μιλά ένας αφηγητής, όπως είπαμε, των χρόνων του Αντίγονου Γονατά, παρεμβάλλεται η ιστορία του Ακταίου με το τέχνασμα της εύρεσης του χειρογράφου, και στην ιστορία του Ακταίου η ιστορία της Αύρας και της Αυγής. Στη δε ιστορία της Αύρας και της Αυγής, η ιστορία του Λίνου. Η δράση κορυφώνεται τον καιρό της ναυμαχίας των Αργινουσών, το 406 π.Χ. Μια ναυμαχία κατά την οποία η Αθήνα νίκησε, οκτώ όμως στρατηγοί της καταδικάστηκαν σε θάνατο γιατί δεν περισυνέλεξαν τους ναυαγούς όταν χάθηκαν 25 πλοία του στόλου, λόγω τρικυμίας.

Παρακολουθούμε στο βιβλίο αυτό την άνοδο και την πτώση μιας ηγεμονίας, της Αθηναϊκής, παράλληλα με την άνοδο και την πτώση ενός ανθρώπου, του Ακταίου. Ο Ακταίος, ζευγίτης και φτωχός τον καιρό που ζούσε στην Αθήνα, περνά στην άνεση ως έποικος, μεγαλώνει τα παιδιά του στη Μήλο και εκεί δέχεται το χτύπημα πληροφορούμενος ότι ο γιος του χάνεται στις Αργινούσες. Το τραγικό είναι ότι μαθαίνει για τον θάνατο του γιου του καθώς επιστρέφει από το κυνήγι, στο οποίο πήγε για να σκοτώσει κάτι ώστε να γιορτάσουν τον ερχομό του από τη νικηφόρα ναυμαχία. Ταυτόχρονα βλέπουμε τη ζωή δύο κοριτσιών από τη Μήλο, της Αύρας και της Αυγής, που δεν πουλήθηκαν δούλες γιατί κρύφτηκαν και κατά τύχη τόσα χρόνια δεν τις ανακάλυψαν. Έζησαν όμως σαν τα αγρίμια, χωρίς φυσιολογική ζωή. Ο Ακταίος συναντά τυχαία την Αύρα και, ενώ εκείνος σκοπεύει να πάρει μαζί του ως δούλες την ίδια και την αδελφή της, εκείνη του αποκαλύπτει τη φρικτή είδηση του θανάτου του γιου του. Στο τέλος της νουβέλας, οι Μήλιοι εξόριστοι επανέρχονται στον τόπο τους. Ένας κύκλος λοιπόν η ιστορία, συλλογική και ατομική, από την άνοδο στην πτώση και από την πτώση στην άνοδο. Και ο λογοτέχνης; Ποιος είναι ο ρόλος του σε όλα αυτά; Απλώς παρακολουθεί και περιγράφει; Όχι. Μετέχει. Είναι μέσα στις ζυμώσεις. Άλλοτε από την πλευρά των νικητών, όπως ο Ακταίος, και άλλοτε από την πλευρά των ηττημένων και κατατρεγμένων, όπως ο ποιητής Διαγόρας, ο οποίος γλίτωσε τη σφαγή και επιστρέφει μαζί με όλους τους Μηλίους το 404 π.Χ., όταν οι Σπαρτιάτες εκδιώκουν από το νησί τους Αθηναίους.

Αφήνοντας το θέμα του τυχαίου και της μεταβολής που είναι ο πυρήνας του βιβλίου, θα δούμε ότι πολλά ακόμα θέματα εμφιλοχωρούν στο αρχαίο σκηνικό. Διαχρονικοί προβληματισμοί που απασχολούν τον άνθρωπο μέχρι τις μέρες μας. Ενδεικτικά αναφέρω την ανάγκη για τρυφερότητα στις ζωές των ανθρώπων και τον παρηγορητικό ρόλο των μύθων και της λογοτεχνίας στις δύσκολες ώρες. Το εντοπίζουμε στο σημείο όπου η Αύρα, για να ηρεμήσει την Αυγή, της λέει τον μύθο του Λίνου. Αξίζει επίσης να παρατηρήσουμε ότι οι Αθηναίοι έποικοι της Μήλου, των οποίων η ζωή μεταβάλλεται προς το καλύτερο, είναι ευνοούμενοι των τότε πολιτικών και των δημαγωγών της Αθήνας. Με άλλα λόγια, το αιώνιο πρόβλημα της ευνοιοκρατίας που σέρνεται μέχρι σήμερα στη χώρα μας.

Με πολλή λεπτότητα και δεξιοτεχνία αγγίζει ο Τζάνος τη διαφορετικότητα ανάμεσα στα δύο φύλα όσον αφορά τη συμπεριφορά τους. Τις γυναίκες εκπροσωπούν εδώ η Αύρα, η Αυγή και η Λήδα, η γυναίκα του Ακταίου. Ο Ακταίος κουβαλά πάνω του τη χοντροκοπιά του άνδρα, τη διάθεση για επιβολή, περνά στον γιο του Ναυσίμαχο την αγάπη για τους ιππείς, φοβάται μήπως γίνει θηλυπρεπής και παραβλέπει την κλίση που είχε προς το θέατρο. Επίσης κοιτάει μόνο μπροστά. Οι γυναίκες είναι πιο συναισθηματικές, πιο κοντά στα παιδιά, συνδέονται με τα πράγματα. Σας παραθέτω το περιστατικό της αποχώρησης του ζευγαριού Ακταίου και Λήδας από την Αθήνα για τη Μήλο. (Μιλά ο Ακταίος:) «“Φεύγουμε”, είπα με ανακούφιση σαν να μονολογούσα, πιστεύοντας στην υπόσχεση που μου έδινε το μέλλον. “Μια στιγμή να κλείσω το σπίτι”, είπε η Λήδα, λες και θα φεύγαμε κείνη τη στιγμή. Έκανε μια κίνηση ότι θα σηκωθεί, και σαν να δάκρυσε. Ποιο σπίτι, βρε Λήδα; Ποιο κτήμα; Τα έδωσα κοψοχρονιά», συλλογίζεται ψυχρά και ισοπεδωτικά ο Ακταίος. Μια ψυχρότητα μπορούμε να διαπιστώσουμε και στο τέλος, όταν μετά τον θρήνο για τον θάνατο του γιου του παρηγοριέται σκεπτόμενος την ισχύ και την υπεροχή της Αθήνας, που βγήκε νικήτρια από αυτή τη διαμάχη.

Έξυπνα, ο συγγραφέας του Αφανισμού, με νύξεις θίγει τον ναρκισσισμό των λογοτεχνών, οι οποίοι σκέφτονται να γράψουν κάποια στιγμή την αυτοβιογραφία τους. Κωμικό φαντάζει το σημείο όπου ο Ακταίος διαβάζει τα χειρόγραφά του στη σύζυγο κι εκείνη, με οδηγό το ένστικτό της, κάνει τις απαραίτητες διορθώσεις, ενώ ο ίδιος κομπάζει, μονολογώντας: «Αχ, τι άλλο θα καταφέρεις ακόμη, αξιοζήλευτε, Ακταίε!»

Σε ένα άλλο χωρίο γίνεται σαφής η διαφορετική οπτική των ανθρώπων όπως εκφράζεται μέσα από τη χρήση της γλώσσας: Η Αύρα λέει για τη Μήλο ότι αφανίστηκε, ότι πατήθηκε, ενώ ο Ακταίος, ο έποικος, ότι ανακαινίστηκε…

Η διάθεση των δύο κοριτσιών όταν καταλήφθηκε η Μήλος να ρίξουν τα κορμιά τους στον γκρεμό παραπέμπει στον χορό του Ζαλόγγου και η σύγκρουση του Ακταίου με τη Λήδα για την ανατροφή των παιδιών δεν είναι άλλο από το αιώνιο πρόβλημα των Ελλήνων γονιών να χειραγωγήσουν τα παιδιά τους με βάση τις ιδιοτελείς τους προσδοκίες, τα προσωπικά τους οράματα για τη ζωή που δεν αφορούν συνήθως τα οράματα και τις επιλογές των παιδιών τους.

Ο Ευάγγελος Τζάνος στην αρχή της αφήγησης κάνει έναν σκόπιμο αναχρονισμό. Παρουσιάζει τον αρχαίο αφηγητή να λέει ότι κυνηγώντας στο διαδίκτυο κατάφερε να πιάσει μόνο ένα κριάρι, υπαινισσόμενος, κατά τη δική μου πάντα κρίση ‒αν είχε κάτι άλλο στον νου του, θα τον παρακαλούσα να μας το πει‒, το μικρό μέγεθος της νουβέλας.

Οφείλω να τονίσω ότι το μικρό μέγεθος και η πυκνότητα της νουβέλας με εντυπωσίασαν, γιατί στις μέρες μας οι πεζογράφοι τείνουν να γράφουν πολυσέλιδα και κουραστικά έργα.

Η γραφή είναι λιτή και πυκνή. Σε μεγάλο βαθμό ο μονόλογος κυριαρχεί στο κείμενο, ωστόσο δεν λείπει και ο διάλογος. Σε συγκεκριμένα σημεία, μας εκπλήσσει η έξαρση της λυρικότητας, όπως για παράδειγμα ο θρήνος του Ακταίου, όταν πληροφορείται τον θάνατο του γιου του. Το κομμάτι αυτό θυμίζει πολύ τις μονωδίες των αρχαίων τραγωδιών και τα μανιάτικα μοιρολόγια.

Μπορούμε να προσθέσουμε ότι δεν είναι τυχαία η επιλογή των ονομάτων των πρωταγωνιστών της νουβέλας. Απώτερη ρίζα του ονόματος «Ακταίος», αυτός δηλαδή που προέρχεται από την «ακτή», είναι το ρήμα «άγνυμι», «συντρίβω». «Ακτός» σημαίνει τεθραυσμένος, που έχει θραυεί, συντριβεί. «Λήδα», σύμφωνα με τον Γ. Μπαμπινιώτη, σημαίνει γυναίκα, σύζυγος. «Ναυσίμαχος» είναι αυτός που μάχεται με τα πλοία.

Δεν είναι τυχαίος και ο τίτλος της νουβέλας Αφανισμός. Η λέξη, που δηλώνει την πλήρη εξαφάνιση, εξόντωση ανθρώπων πολιτισμών κ.λπ., κάνει τη νουβέλα, παρόλο το ιστορικό σκηνικό της, ένα σύγχρονο έργο, καθώς και στις μέρες μας εξακολουθούμε να βλέπουμε καθημερινά τον αφανισμό των πιο αδύναμων από τους δυνατούς, είτε πρόκειται για μεμονωμένους ανθρώπους είτε για λαούς.

[Το παρόν κείμενο αναγνώστηκε στην παρουσίαση της νουβέλας Αφανισμός στο Κέντρο Έρευνας ‒ Μουσείο Τσιτσάνη, στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, το Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly