παρακμή θα πει να μην κυκλοφορούν άνθρωποι
στους δρόμους,
να μην υπάρχουν μαγαζιά ανοιχτά,
να ερημώνουν τα σπίτια·
οι κληρονόμοι να μην ενδιαφέρονται
για τα έπιπλα, τα ρούχα
και τα άλλα ενθύμια.

Μάλλον την είχε αγοράσει από τον άνθρωπο με το μπόγο στον ώμο, τον έμπορα. Αυτόν που έφερνε και πουλούσε τα προικιά. Η μάνα την είχε ανοίξει πάνω στο κρεβάτι ανυπόμονη και βιαστική προσέχοντας να απλωθεί καλά, να μη ζαρώνει πουθενά, να φανεί όλο το σχέδιο. Την έπιασε με τα δάχτυλα, τη χάιδεψε, έβαλε και τη Γεωργία να κάνει το ίδιο.

–Κοίτα τι γερή και ζεστή που είναι … το χειμώνα δε θα καταλαβαίνεις καθόλου το κρύο.

Η κουβέρτα είχε ένα πορτοκαλί φανταχτερό χρώμα και ήτανε αγριωπή, της έγδαρε της Γεωργίας το δέρμα. Δε μίλησε όμως, τι να πει στη μάνα. Μόνο κοίταζε τα σχέδια που ήταν ανάγλυφα – το είχε μάθει στο σχολείο αυτό όταν μελετούσανε τον χάρτη, καλή μαθήτρια. Δέντρα, λουλούδια, γραμμές και δυο ελάφια με μακριά μεγάλα κέρατα και ζωηρά μάτια στο κέντρο, εκεί που κανονικά βρίσκεται η πλάτη του κοιμισμένου.

Η Γεωργία ένιωθε την καρδιά της να σφίγγεται, έτσι όπως έβλεπε τα μεγάλα κέρατα των ελαφιών. Της μπήκε η ιδέα ότι εκείνα είχανε ξεκοιλιάσει τα κουνελάκια της. Ήξερε ότι τα είχε πουλήσει όλα τα κουνέλια ο πατέρας και ότι με τα χρήματα αυτά, η μάνα πλήρωσε την κουβέρτα.

–Έτσι κι αλλιώς τα λεφτά θα φαγωθούνε. Η κουβέρτα όμως θα μείνει. Να την έχεις όταν παντρευτείς. Μα την καΐλα τη δική μου που παντρεύτηκα με κουρελούδες…

Η Γεωργία τρόμαζε με τα μεγάλα κέρατα, τρόμαζε και με το γάμο. Δεν ήθελε να παντρευτεί ούτε να σκεπάζεται με τούτη την άγρια κουβέρτα. Να ταΐζει τα κουνελάκια και να παίζει με τις κούκλες ήθελε.

Δεν το λέει όμως της μάνας. Δεν ξέρει πώς να το πει μόνο την κοιτάζει που διπλώνει αργά και προσεκτικά την κουβέρτα – είναι η μόνη φορά που δε βιάζεται η μάνα – να έρθουν στα ίσια οι άκρες και να μη γίνει στραβή τσάκιση, να φαίνονται ολόκληρα τα κέρατα, το κεφάλι από κάτω. Τώρα, πάλι στα τέσσερα, να γίνει μακρόστενη να χωρέσει ολόκληρη στο καλό μπαούλο της σάλας.

Φεύγει βιαστικά – πάω να παίξω – και τρέχει μακρύτερα πέρα από το δρόμο, στον κήπο, που είναι το άδειο ξελότζι. Μέχρι πριν λίγες μέρες τάιζε εκεί τα κουνελάκια της. Τώρα μόνο οι κότες τσιμπολογάνε οι χαζές στην αυλή. Ανεβαίνει σκαρφαλώνοντας στα δοκάρια, και ξετρυπώνει τις δυο κούκλες της καλά χωμένες στις χαραμάδες να μην τις πειράζουν τα άλλα παιδιά. Ξαπλώνει μικρή όπως είναι, ανάμεσα στα καλάμια και τα παλιά κεραμίδια και σκέφτεται τη φοβερή νεροτρουβή, από όπου όπως είπε η μάνα, ήρθε η άγρια κουβέρτα. Δεν την έχει δει ποτέ της τη νεροβρουβή, ξέρει όμως πως κάνει πολλή φασαρία και τη φαντάζεται τώρα με θεόρατες μηχανές να ξερνάνε κουβέρτες. Ακόμη δεν έχει μάθει για τη δύναμη του νερού που γυρίζει νερόμυλους και αφρατεύει τα υφαντά. Δεν το έχουν πει στο σχολείο ούτε το έχει ακούσει από τις γυναίκες.

Εκείνες, οι γυναίκες, μιλάνε για άλλα πράγματα όσο τα χέρια τους ετοιμάζουνε τα προικιά. Αυτό η Γεωργία το ξέρει καλά. Σε όλα τα σοβαρά σπίτια του χωριού της, ακόμη και στα πιο φτωχά, υπάρχουν μπαούλα για τα προικιά των κοριτσιών. Όσο μικρά κι αν είναι τα κορίτσια, οι γονείς μαζεύουνε προικιά.

Κάπου-κάπου η μάνα της τα βγάζει τα δικά της να τα αερίσει. Ύστερα βάζει μέσα κάτι μπαλάκια ναφθαλίνης.

–Μα την καΐλα τη δική μου που παντρεύτηκα με κουρελούδες, λέει κάθε φορά και κλείνει ευχαριστημένη το μεταλλικό καπάκι που έχει απάνω σχέδια και ζωγραφιές.

Η Γεωργία έχει για προικιά της πετσέτες μεγάλες από αυτές που φέρνει ο έμπορας, σεντόνια μέσα στη ζελατίνα τους – άσπρα με κέντημα της Πειραϊκής Πατραϊκής – σεμέν με λεπτή κλωστή που πλέκει μια γριά γυναίκα καθισμένη στην πάνινη πολυθρόνα της σ’ ένα σπίτι με μυρουδιά κλεισούρας, κουβέρτες απαλές μέσα σε θήκη γυαλιστερή, κι άλλα διάφορα ωραία καινούρια ρούχα – ακόμη και τα δικά της κεντήματα, καρδάκια κομπλέν, μαξιλαράκια και ένα τετράγωνο μικρό σκέπασμα για την κανάτα. Όλα τα κρύβει στο μπαούλο η μάνα. Κάθε τόσο το ανοίγει για να βάλει μέσα κάτι ακόμη, όπως τώρα αυτή την καινούρια μάλλινη ζεστή μπαντανία. «Μα την καΐλα τη δική μου που δεν είχα τίποτα! Τρία κορίτσια ποια να πρωτοπάρει…», λέει και σκεπάζει τα πολύτιμα ρούχα με ένα ωραίο καθαρό άσπρο σεντόνι, όλα μαζί να είναι προφυλαγμένα από τη σκόνη – πώς θα μπει σκόνη στο μπαούλο;

Συνέχεια ετοιμάζει προικιά η μάνα, ακόμα και στο λάκκο υφαίνει χαλιά μάλλινα και κουρελούδες που τυλίγονται στο αντί. Όλο μεγαλώνει εκείνο το μακρύ χοντρό ξύλο που το λένε αντί. Φουσκώνει απ’ το πολύχρωμο πανί και γίνεται κάτι πολύ θαυμαστό. Η μητέρα υφαίνει τις νύχτες, όταν αυτή κι ο αδερφός της ξαπλώνουν να κοιμηθούν. Κάθεται στην καρέκλα μπροστά στο πανί της και αυτοί ακούνε στον ύπνο τους το τάκα-τάκα από τα πόδια της που αλλάζουνε τα ποδαρικά. Η Γεωργία βλέπει και λίγο από την ανοιχτή πόρτα το κεφάλι της με το μαντήλι σκεπασμένο να σκύβει στο φως της λάμπας και να μετράει τις γραμμές που πρέπει να βάλει για τη μπορντούρα. Εκείνες τις φορές η Γεωργία δεν είναι καθόλου θυμωμένη με τα διάφορα που συμβαίνουν στο σπίτι και ούτε θέλει, όπως τώρα να φύγει. Της αρέσει τότε, αυτή χωμένη στα ζεστά και η μάνα στην άκρη στο δωμάτιο με τη λάμπα αναμμένη να μετράει τις σαϊτιές της για να υφάνει το πορτοκαλί χαλί και τα μαύρα σχέδια. Σκέφτεται τότε πως θα μεγαλώσει και θα παντρευτεί και θα κάνει κι αυτή παιδιά και θα έχει το πορτοκαλί χαλί και θα το στρώνει κάτω από το τραπέζι της σάλας.

Τώρα όμως δεν είναι καθόλου μεγάλη, ακόμη είναι πολύ μικρή και όπου νάναι θα ακούσει τη μάνα της θυμωμένη.

Χώνει τη μια κούκλα καλά στην τρύπα της στέγης και κατεβαίνει από τα μαδέρια με ένα πήδο. Νιώθει σε όλο της το σώμα φαγούρα και το κεφάλι της να το γδάρει. Στρώνει το φουστάνι της λίγο, την αλογοουρά τη σπρώχνει προς τα πίσω και βγαίνει από το κοτέτσι. Έχει καεί ολόκληρη από τη φαγούρα. Το κεφάλι της και τα χέρια κατακόκκινα από το ξύσιμο. Κρατάει την κούκλα αγκαλιά και ξύνεται πότε με το ένα και πότε με το άλλο χέρι. Πριν φτάσει στο σπίτι, στον ανοιχτό δρόμο, έτσι όπως πέφτει ο ήλιος ολόκληρος πάνω στο κεφάλι της – ούτε δέντρα ούτε σπίτια εκεί – βλέπει τα μικρά άσπρα ζωύφια. Είναι άπειρα και περπατάνε παντού. Στα χέρια, στα πόδια στα ρούχα της.

–Μαμά!…

Της κόψανε την αλογοουρά και τη βάλανε μέσα στη σκάφη ολόγυμνη με καυτό νερό. Τα ρούχα της τα ζεματίσανε στο καζάνι και ο ποπός της κατακόκκινος από τη βέργα, την έτσουζε για καιρό. Η κούκλα της γδύθηκε κι αυτή, έμεινε ένα ξύλο, ό,τι στην πραγματικότητα ήταν, και τα πανιά που την έντυναν κάηκαν μαζί της στη φωτιά. Το χειρότερο όμως, η μάνα ξετρύπωσε και την άλλη την κούκλα στα μαδέρια και την πέταξε κι αυτή στη φωτιά.

–Ακούς το στερεμένο να πάει να γιομίσει κοτόψειρες… έλεγε η γιαγιά μονολογώντας, αλλά η μάνα δεν άκουγε καμιά δικαιολογία ούτε κουβέντα άλλη για το περιστατικό.

–Μην τολμήσεις και ξαναπάς στο κοτέτσι, αλίμονό σου κακομοίρα μου, έλεγε μόνο.

*

–Αυτή την κουβέρτα αφήστε τη χωριστά! Θα την κρατήσω!

Είχε μείνει στο σκοτάδι σκεπασμένη με τις ναφθαλίνες παρέα με τα σεμέν, τα κεντήματα και τα στενά βαμβακερά άσπρα σεντόνια Πειραϊκής Πατραϊκής. Το καθαρό προβατίσιο μαλλί της αφρατεμένο στη νεροτριβή, την είχε προφυλάξει γερή, άθικτη μέσα στα χρόνια, απείραχτη. Μακριά από τα μοντέρνα έπιπλα, τα ζεστά πουπουλένια σκεπάσματα, τα υπέρδιπλα κρεβάτια, τις γυαλιστερές λάκες και όλο το αστραφτερό λούστρο της μόδας.

Το σεντόνι είχε κιτρινίσει με τον καιρό, αλλά η κουβέρτα ήταν ακόμη άγρια και ζεστή. Τα ελάφια καλοκαμωμένα, νεαρά πολύ και παραξενεμένα, κοιτάζανε με τα στρογγυλά τους μάτια τους ξένους που είχαν μαζευτεί στο δωμάτιο. Ανακατεύανε, μετράγανε, υπολογίζανε.

–Και το σπίτι θα το κρατήσω. Τίποτα δεν πουλάω! Φύγετε! Καλύτερα να πεινάσω. Δεν πουλάω για πενταροδεκάρες!

***

ξελότζι ή ξελότζα: καλύβι, πρόχειρη κατασκευή με επικλινή στέγη (μερικές φορές από τσίγκους)

μπαντανία: ζεστή, μάλλινη, υφαντή κουβέρτα

λάκκος: ο αργαλειός

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφίες: Αnton Νovoselov.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.