Βασίλης Ζηλάκος, Νερά γελούνε, Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2017.

Ένα Ποίημα Πνοή

Θέλω να ονομάσω έτσι, Ποίημα πνοή, τη νέα ποιητική κατάθεση του Βασίλη Ζηλάκου, γιατί τα ολιγόστιχα χαϊ-κού που τη συναποτελούν είναι όλα ένα ποίημα, μια πνοή ζωής. Πορεία στην Χαρά μου, γράφει ο ποιητής κάτω από τον τίτλο στο εσώφυλλο, εκεί που σωστά βρίσκεται η θέση του υπότιτλου, όπως οι παλαιότεροι ασχολούμενοι περί τις εκδόσεις και τα βιβλία γνωρίζουν. Έχει, λοιπόν, μέσα της αυτή η ποιητική συλλογή κάτι από τη στόφα του παλαιού, και δεν μιλώ μόνο για τα εξωτερικά γνωρίσματα, τη μορφή της έκδοσης. Επιλέγει να υποκρύψει παλαιά σημάδια πίσω από τις σύγχρονες λέξεις, πάντα ένα σίγουρο καταφύγιο για όποιον ψάχνει να βρει τις θεμελιακές ερωτήσεις (έτσι κι αλλιώς οι απαντήσεις δεν υπάρχουν) στις θρησκευτικές σταθερές, στα κοινά σημεία που οι μεγάλες θρησκείες συναντώνται κατά παράδοξο (μαγικό) τρόπο. Όπως εδώ λειτουργεί η αρίθμηση, που αποδίδει τη σημασία του αριθμού ως αρχής του παντός ή, σε μια άλλη εκδοχή, την προσπάθεια του έλλογου όντος να ορίσει/κατανοήσει τον κόσμο που το περιβάλλει θέτοντας τα αριθμητικά σύμβολα ως περιοριστικά σημεία. Στην προκειμένη περίπτωση τα 99 ονόματα – σώματα, με τα οποία θα μας ανοίξει τον κόσμο των ποιημάτων ο ποιητής κατά καθοδήγηση του αετού, δείχνουν και τον δρόμο της ανάγνωσης.

[…] Ο αετός έπεσε στα πόδια του, κι έτσι σκυμμένος έγινε σιγή στο χώμα, αφού πρώτα δώρισε στον ποιητή την καρδιά του!… Τότε διάβασα τα 99 ονόματα με τον δικό μου τρόπο.

Κι έρχεται τώρα έξαφνα ο συνειρμός, και η λογοτεχνία που έχει τους δικούς της διασταυρούμενους δρόμους δείχνει εδώ τον Μπόρχες, που κάποτε έψαξε κι ο ίδιος αυτόν τον αριθμό τον περιττό (99 και όχι 100) στα δικά του γραπτά:

[…] H παράδοση καταγράφει ενενήντα εννέα ονόματα του θεού· οι εβραϊστές αποδίδουν αυτόν τον ατελή αριθμό στον μαγικό τρόμο για τα άρτια ψηφία· οι Χασιντίμ υποστηρίζουν πως αυτό το χάσμα μαρτυρεί ένα εκατοστό όνομα – το Απόλυτο Όνομα.

(«O Θάνατος και η Πυξίδα», Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα Πεζά, μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 190).

Κι έχουμε έτσι από τη μια τον τρόμο για τον άρτιο αριθμό (κοινό σε δεισιδαίμονες λαούς), αλλά και την αναζήτηση του Απόλυτου Ονόματος, της αιώνιας οντότητας, μαζί με τη συχνά απέλπιδα αναζήτηση του ανθρώπου για την απάντηση στα ερωτήματα του σύμπαντος αλλά και της δικής του ταπεινής ζωής. Υπάρχει απάντηση στο ερώτημα της αιωνιότητας;

Μένω έτσι στη φράση του ποιητή: διάβασα τα 99 ονόματα με τον δικό μου τρόπο. Σε αναζήτηση της άκρης του νήματος τα ποιήματα ξεδιπλώνουν το νόημά τους συνιστώντας τον τρόπο του ποιητή, την ατομική του συνεισφορά στην αέναη προσπάθεια να τιθασευτεί το άγνωστο τοπίο για να γίνει (έστω και λίγο) διαβατό. Τα πλείστα εξ αυτών σε μορφή χαϊ-κού, πιστά στη μετρική της ιαπωνικής παράδοσης και θεματικά κινούμενα ανάμεσα στις φυσικές οντότητες και στον φιλοσοφικό στοχασμό – πιο καλά θα έλεγα στην αγωνία του ποιητή. Διαδοχικά ζεύγη σωμάτων, συνδυασμός λέξεων θεραπευτικός, όχι μόνον ανιχνευτικός. Και, φυσικά, με την οδηγία: Διάβασέ τα φωναχτά, με τον δικό σου τρόπο. Η φωνή θα πρέπει να ακουστεί για να γίνει απολύτως συνειδητή ως κραυγή και όχι ψέλλισμα, και σαν τέτοια να βρει συνοδοιπόρους.

Ενδεδυμένος την προσωπική του μοναξιά ο ποιητής θα βγει στον δρόμο να παρατηρήσει γύρω του τη φύση, τα όντα, τους ανθρώπους, τα πράγματα. Όλα αποκτούν ένα νέο νόημα καθώς ανιχνεύεται η αληθινή τους ουσία και σιγά σιγά αποκαλύπτεται η συνάφεια όλων. Είναι άραγε αυτή η όντως πραγματικότητα; Είναι το χαμένο νήμα; Και η προσωπική «ανάγνωση» είναι ικανή, δηλαδή αρκετή; Ο ποιητής θα ρωτήσει:

Κανείς στο δέντρο;

ή

Ακούει κανείς;

ή

Πότε το όνειρο;

Γιατί η μοναξιά είναι αφόρητη. Μόνος μονάζει μέσα στο μαύρο του παλτό.

Σταχυολογώ σε μια φυσική συνέχεια τη διάλυση της πάχνης που ως τώρα δεν άφηνε το σώμα να δει και το τοπίο να δώσει όλη τη λάμψη του:

Γεροτζίτζικα,
το τραγούδι δεν ξεχνάς,
που ’πες σαν παιδί;

Το πρόσωπό μου
σπουδαίοι νεκροί φυσούν.
Αυγής αγιάζι.

Βραδυνός γρύλος·
η περασμένη μέρα
ζει… Ζει και πάλι!

Νερά γελούνε.
Πάνω απ’ το δικό μου
παιδιού κεφάλι!

Οι παιδικές μνήμες, οι νεκροί εκεί δίπλα πάντοτε, η φύση. Η ποίηση του Βασίλη Ζηλάκου μοιάζει σ’ αυτή την πρόσφατη συλλογή να βρίσκει το νήμα, όχι για να οδηγηθεί σε μια ερμηνεία του κόσμου – αυτή μόνο σαν χάρισμα θα μπορούσε να δοθεί, γιατί δεν έχει ίχνη να ακολουθήσεις – αλλά για να βρει το στενό πέρασμα που βγάζει στη Χαρά, άρα και στην Αγάπη. Αυτό κατακτήθηκε σταδιακά. Στα ποιήματα υπό τον τίτλο Η κούπα του τσαγιού (αποσπάσματα από τα τετράδια ενός τραυλού Ερημίτη), 2010, Οδός Πανός διαβάζω: Το όνομά μας κουβαλούμε όλοι, ώσπου ένα σημείο σκοτεινό/Ένα σημείο ανάμεσα στ’ άλλα, που δεν ανήκει πουθενά/Τη θλίψη των ημερών αποκρυπτογραφεί. Και στη συλλογή Ξύλο ξανθό π’ αφράτεψε στο στόμα (αποσπάσματα από τις γραφές ενός Εξόριστου), 2012, Οδός Πανός διαβάζω: Πέτα τα δίχτυα σου και πιάσε τον Οδυσσέα:/ξεστράτισε πίσω απ’ τον μαύρο και τον άσπρο/χρόνο των ανθρώπων. Και στη συλλογή Το Κελαηδιστό Πουκάμισο, 2015, Κουκούτσι διαβάζω: Πες λουλούδι, ουρανός, θάλασσα/και σκέψου τις λέξεις, όχι το τοπίο. Στη δική μου ανάγνωση οι στίχοι αυτοί σαν να ιχνηλατούν μια πορεία από την καταξίωση της δημιουργικής ατομικότητας που δηλώνεται με το όνομα της ανθρώπινης παρουσίας, με ενδιάμεσο σταθμό τη διακριτή περσόνα του περιπλανώμενου και κατάληξη τις λέξεις, τον κώδικα που αντιστοιχεί στις έννοιες. Το ζητούμενο κι εκεί κι εδώ το ίδιο: ο δρόμος, το πέρασμα, η στενή δίοδος που χαρίζεται στους ερευνώντες. Ο άνθρωπος, η φύση, το σύμπαν, και ένας λόγος που ακροβατεί ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θεϊκό για να κερδίσει την παρτίδα αυτή ο άνθρωπος. Αυτή μπορεί να είναι όμως και η καλύτερη οδός συνάντησης με το θείο στοιχείο.

Ήλιους να γεννάμε, Όμηρε
Σιωπηλά το Φως να βαίνει.

Φθάνοντας στο τέλος της διαδρομής ο ποιητής, και έχοντας μιλήσει με τη γλώσσα του αετού φωνάζοντας και τα 99 ονόματα – σώματα, μπορεί πλέον να αντικρίσει τον σκοπό του, το τέλος. Νιώθει τη φυσική του συνέχεια στον απόγονο, που πια θα βρει τα ίχνη για να πατήσει τα αβέβαια ακόμα βήματά του. Και θα πει:

Διαβάζοντας αίφνης με τον δικό μου τρόπο τα 99 ονόματα (σώματα) του αετού, από εκείνο το βράδυ βλέπω το κεφάλι του περήφανου πουλιού να αναπηδά μέσα στον δίσκο του ανατέλλοντος Ηλίου.

Η Χαρά κερδήθηκε, ο δρόμος ανοιχτός για την Αγάπη, όπως ο αετός είχε πει στην αρχή της πορείας:

Το βάρος αυτό είναι η Χαρά, που θα σου επιτρέψει μιαν ημέρα να εκπνεύσεις την Αγάπη[…]

[Το παραπάνω κείμενο δεν αποτελεί παρά μόνο μια απόπειρα εισόδου στο ποιητικό αυτό βιβλίο, και διατηρεί τον χαρακτήρα μιας αναγνωστικής αυθαιρεσίας, καθόλα φυσικά νόμιμης στα πλαίσια της πολλαπλής (δυνάμει) ερμηνείας της Ποίησης.]

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.