Απο-θέματα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2017.

Τα τελευταία χρόνια –για την ακρίβεια μετά το 2008, αφότου κυκλοφόρησε τη συλλογή του Τα πικρά γλυκά– ο Χριστ. Μηλιώνης είχε γίνει εξαιρετικά φειδωλός σε νέες δημοσιεύσεις (ανεξαρτήτως ειδολογικής κατηγορίας κειμένων). Στον παρόντα τόμο με τον τίτλο Απο-θέματα [1], που εκδίδεται λίγους μήνες μετά τον θάνατό του, μετρώ συνολικά 17 (5 αφηγήματα, 8 μαρτυρίες, 2 σκαλαθύρματα, 2 χρονικά). Απ’ αυτά, αν δεν κάνω λάθος, περί¬που τα 7, φαίνεται να έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά, μετά τη χρονολογία του τελευταίου του βιβλίου, που προανέφερα.

Oι αφηγηματικές του μέθοδοι προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της καθεμιάς από τις παραπάνω κατηγορίες (και θα δούμε σε ποιες περιπτώσεις συγκλίνουν μεταξύ τους). Στα πέντε αφηγήματα που προτάσσει κυριαρχεί ο γνώριμος εξομολογητικός του τόνος, τρυφερός και συγκινημένος (αλλά καμιά φορά καυστικός και οργίλος) που, όπως έχει παρατηρηθεί, αντλεί στοιχεία τόσο από την παράδοση του ρεαλισμού (π.χ. Στη Μονή Σωτήρος), όσο και του ονειρικού (Λίγεια).

Στη Μονή Σωτήρος (2009) ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής ξαναπαίρνει «τ’ αρχαία τα μονοπάτια», ύστερα από μακρά περίοδο ανάρρωσης. Πρόκειται για μια νοσταλγική επιστροφή που ισοδυναμεί με το ξαναγύρισμά του στη ζωή από τον κάτω κόσμο. Σε πρώτο πλάνο η χρωματική πανδαισία της ανοιξιάτικης φύσης, με τις μυρουδιές της (είμαστε κοντά στο Πάσχα), υπενθυμίζει τους δεσμούς του συγγραφέα με τα φυσικά τοπία και τη βλάστηση του γενέθλιου τόπου του. Η μνήμη, σε εγρήγορση, κατονομάζει στα λιβάδια το παραμικρό φυτό ή δένδρο. Επιστρέφει στις «ρίζες» του, θα έλεγε κανείς. Ωστόσο, όπως έχει ειπωθεί για τον Μηλιώνη, «ρίζες δεν είναι ο τόπος, οι άνθρωποι ή τα αντικείμενα, αλλά το συναίσθημα που καταφέρνει να κρατάει άσβεστο μέσα του για όλα αυτά» [2]. Και το συναίσθημα αυτό, όπως γίνεται αντιληπτό στο τέλος του αφηγήματος, με το «πάει πια» που λέει η ηλικιωμένη καλόγρια (εδώ διακρίνω κι έναν απόηχο του never more του Πόε) και το «Όλες τότε ήμασταν νεαρές» που συμπληρώνει, αποκαλύπτει περίτρανα ποιος είναι ο τελικός νικητής. Μπορεί το θάλλος της φύσης να επαναλαμβάνεται περιοδικά και εσαεί, στο μεταξύ όμως ο χρόνος τα έχει σαρώσει όλα –και κυρίως τη νεότητα. Η μνήμη γίνεται ο ευαίσθητος κρίκος που ανακυκλώνει την επώδυνη αίσθηση της απώλειας.

Το παιχνίδι της μνήμης με τα γεγονότα που παρελθόντος, προσφιλές στην πεζογραφία του Μηλιώνη (και ψυχωφελές για τους αναγνώστες) συνεχίζεται και στα υπόλοιπα αφηγήματα. Στο «Γεγονός που έγινε» (2006) γυρνάει 45 χρόνια πίσω για να σχολιάσει τις αντιδράσεις του αλλά και την εν γένει περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όταν κηρύχθηκε η δικτατορία της Χούντας. Μας εξηγεί πως δεν το θυμάται ως γεγονός συνταρακτικό, «απλώς οι συνθήκες που επαναλαμβάνονται το φέρνουν να το θυμάται» (σ. 14). Ως «συνταρακτικό» θα μπορούσε όντως να θεωρηθεί το γεγονός ότι ορισμένα πράγματα παραμένουν αναλλοίωτα μέσα στο χρόνο, καταπώς προφήτευε κι ο ατημέλητος τύπος που έβγαζε λόγο (θεολογικό αλλά και περιστασιακά πολιτικό), για τις αμαρτίες μας, στο σταθμό του Ηλεκτρικού, στα Πευκάκια: Η εξάρτηση των ανθρώπων από τα συμφέροντά τους, ο φόβος μη χάσουν «τις δουλίτσες» τους… Η διαπίστωση ότι τόσα χρόνια μετά, ο Παττακός παραμένει η «ατραξιόν» της ημέρας. Μόνο ο φασισμός, λοιπόν, δεν έλειψε. Απλώς μεταμφιέστηκε… Εμφανίζεται ως «νέος κουκουλοφόρος» κάθε φορά. Ο συγγραφέας προφανώς υπονοεί κάθε είδους φασισμό, ακόμα κι εκείνον, με το «τρισεύγενο πρόσωπο των ΜΜΕ», εντύπων και ηλεκτρονικών (σ. 19).

Στο τρίτο αφήγημα τον πλευρίζει «Καθ’ οδόν» ένας απατεώνας που ψάχνει για θύματα, για να τους πάρει λεφτά. Παριστάνει τον Ιταλό, οπότε ξαφνικά πυροδοτούνται στη μνήμη του περιστατικά σχετικά με το παρελθόν του πολέμου και την ιταλική εισβολή του ’40 (θέμα που κατέχει, ως γνωστόν, ειδική βαρύτητα στην πεζογραφία του συγγραφέα). Προσγειώνεται απότομα στην πραγματικότητα, όταν κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται ότι θέλει να τον εξαπατήσει. Το αφήγημα καταλήγει σε μια ιλαρή σκηνή, με εκατέρωθεν βρισιές. «Τον μπαγάσα, έβγαλε την κουκούλα και ντύθηκε Ιταλός κοσμοπολίτης!» Θα πετάξει με νόημα την παιγνιώδη ατάκα του ο αφηγητής.

Στο επόμενο (το ονομάζει «Ενύπνιο»), ο αφηγητής αρνείται ν’ ακολουθήσει τις συμβουλές της Λίγειας (που εμφανίζεται στον ύπνο του) και, αφού τη βρίσει την πρώτη φορά, επανέρχεται και τη ρωτάει τι θα έπρεπε να κάνει… Εκείνη του συστήνει να μη μένει απομονωμένος, να έχει επαφή με τους άλλους και να φροντίσει να φτιάξει το δικό του ίματζ… Δεν καταλαβαίνει τι εννοεί. Αργότερα θα καταλάβεις, του κάνει. Όμως ούτε αργότερα θα συμβεί αυτό. Χρειάζεται χρόνο, αλλά δεν του περισσεύει…

Κι ερχόμαστε στον «Λευκό άγγελο» που αποτελεί ένα έξοχο δείγμα της αφηγηματικής μαστοριάς του Μηλιώνη. Στα λίγα λεπτά που διαρκεί μια μαγνητική τομογραφία, σα σε όνειρο, γλιστρώντας μέσα από ένα τούνελ μνήμης, ξαναγυρίζει στο χωριό του και την όμορφη φύση της παιδικής του ηλικίας (στο σπίτι του, στους δικούς του ανθρώπους). Αυξομειώνονται στ’ αυτιά του οι παράξενοι κρότοι, οι μουσικοί ήχοι και τα σφυρίγματα εκείνης της ανέμελης ζωής, καθώς εναλλάσσεται και το φως με το σκοτάδι. Τα χαράματα ξεσπάει το ντουφεκίδι: Παράπονα, αναφιλητά, ορυμαγδός, βροντές και λάμψεις. Κόσμος που φεύγει – μπουλούκια! Το ποτάμι βρυχιέται, πλημμυρισμένο. Πέφτει σε βύθος που «κράτησε αιώνες». Μετά ξανά στο χωριό με τα γνώριμα σπίτια και πρόσωπα. Στην ερημιά και τη σιωπή πιάνει ένα παλιό τραγούδι. Οι οικείες φιγούρες τον χαιρετάνε, κουνώντας τα χέρια. Όλο το αφήγημα αποπνέει μια συγκινητική αίσθηση αποχαιρετισμού! Εμφανίζεται μια κοπέλα, κάτι σα διάφανη εικόνα του Λευκού αγγέλου, που σκύβει και τον φιλάει στο στόμα. «Τελειώσαμε» αναγγέλλει η φωνή της νοσοκόμας με την άσπρη μπλούζα. Εννοεί, φυσικά, τη διαδικασία της τομογραφίας…

Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει το σύνολο της τελευταίας κατάθεσης του συγγραφέα σαν ένα είδος «ύστατου χαιρετισμού» προς τους παλαιότερους αλλά και τους νεότερους [3]3. Την αίσθηση πάντως του αποχαιρετισμού επιτείνει κι ένα ποίημα του ίδιου του πεζογράφου που προτάσσεται στην ενότητα Μαρτυρίες (γραμμένο την Πρωτομαγιά του 1997, στις Ράχες και αφιερωμένο στους «φίλους που φύγανε») με τίτλο «Η εξάτμιση των νεκρών». Καταθέτοντας εδώ την προσωπική μου μαρτυρία από τις τηλεφωνικές μας επικοινωνίες των τελευταίων χρόνων, υπογραμμίζω πως το θέμα της απώλειας των φίλων (ακόμα και όσων δεν είχαν στενή σχέση με τη λογοτεχνία) πονούσε ιδιαίτερα τον Χριστόφορο. Όσον αφορά το γλωσσικό ύφος των Μαρτυριών, η σύγκλιση που υπαινίχθηκα παραπάνω συνίσταται στη χρησιμοποίηση και σ’ αυτές της «φυσικής γλώσσας» του συγγραφέα, που, όπως μας εξηγεί, «ακόμα και στα δοκίμιά του λέει ιστορίες». Στα κείμενά του, όπου προσπαθεί ν’ αποφύγει οποιαδήποτε «λανθάνουσα περιαυτολογία», σκιαγραφούνται καταρχάς σημαντικές προσωπικότητες των Γραμμάτων μας, με τις οποίες τον συνέδεε στενή και μακροχρόνια φιλία (Αλεξ. Κοτζιάς, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αλέξ. Αργυρίου), ενώ φωτίζονται βασικά γνωρίσματα του χαρακτήρα τους, της ψυχολογίας τους και βέβαια της δημιουργικής συγγραφικής τους δουλειάς. Προσεγγίζονται επίσης σπουδαίοι συγγραφείς από τους οποίους διατηρούσε μια ανάμνηση ή είχε μαζί τους μια περιστασιακή σχέση πιο χαλαρής γνωριμίας (Ν.Γ. Πεντζίκης, Μ. Αναγνωστάκης, Δ. Χατζής). Καμιά φορά ο λόγος του γίνεται ειρωνικός ή και ανεκδοτολογικός (όπως στην περίπτωση του Μ. Κατσαρού), αφού ομολογεί ότι αυτό του αρέσει (σ. 133).

Ο Χ.Μ. διαχειριζόταν το μεγάλο αποθεματικό του αναμνησιακού υλικού που διέθετε, με φειδώ και σωφροσύνη. Μιλώντας για την τετράχρονη παραμονή του στην Κύπρο (όπου εργάστηκε ως εκπαιδευτικός από το 1960 ως το 1964) καταθέτει δύο σύντομα χρονικά: Αμμόχωστος (Ένας προσωπικός επαναπατρισμός) και Η πνευματική Κύπρος (Από την ιστορία των χρόνων μου), όπου με λιτή και ακριβή αφήγηση, συμπυκνώνει σημαντικά στοιχεία και χρήσιμες πληροφορίες για τον πολιτισμό της Μεγαλονήσου, τα Γράμματα, τα λογοτεχνικά περιοδικά και τους πνευματικούς της άνδρες, που έτυχε να γνωρίσει αυτό το διάστημα. Υπήρξε γι’ αυτόν μια «ευτυχισμένη τετραετία». Θεωρεί το 1960 «οριακή χρονολογία», πρώτον γιατί βρήκε την Κύπρο στην καλύτερή της ώρα, λίγο πριν αρχίσουν τα δεινά της (σ. 142), αλλά και για την προσωπική του ζωή, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τη λογοτεχνική του εξέλιξη. Συνεργάστηκε με κάποια περιοδικά που έκρινε ως αξιόλογα (π.χ. τα Κυπριακά Χρονικά, που του θύμιζαν το ηπειρ. περιοδικό Ενδοχώρα), ενώ η καθημερινή ζωή του στην Αμμόχωστο περιστρεφόταν γύρω από 2 κέντρα: Την ταβέρνα του Καράλλη (που τα σαββατοκύριακα «μεταβαλλόταν σε γοητευτική σύναξη, γαστρονομική και πνευματική συνάμα, λαϊκή και κοσμοπολίτικη» (σ. 129) και το Γυμνάσιο Αρρένων (η «βιτρίνα της πόλης μας και το κόσμημά της»).

Ο Χρ. Μηλιώνης ήταν «εχθρός του περιττού. Λίγα λόγια αρκούν!» Επίσης, αυτό που πρέσβευε ήταν «όχι η τεχνική για την τεχνική, αλλά η τεχνική ως όχημα του βιώματος». Στα γραπτά του «απλωνόταν ως εκεί που απλώνονταν τα βιώματά του». Ο ίδιος έλεγε: «Πηγαίνω ως εκεί που με πηγαίνει η φαντασία μου, όχι πιο πέρα»[4]. Κι όπως σημειώνει ο Γ. Αράγης «είχε κάτι γνήσιο κι ανόθευτο στη δουλειά του. Αλλά και αδιαπραγμάτευτο».

Είχα την ευκαιρία να τα διαπιστώσω από πρώτο χέρι αυτά (καθώς και μερικά άλλα στοιχεία του χαρακτήρα του), γιατί, αν και βρεθήκαμε, μετά το 1996 που τον πρωτογνώρισα από κοντά, ελάχιστες φορές, είχαμε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία, που τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια είχε πυκνώσει ακόμα περισσότερο. Και φυσικά, ανταλλάσσαμε email, μολονότι, όπως ομολογούσε δεν είχε ιδιαίτερη εξοικείωση με τον υπολογιστή. Παρ’ όλα αυτά τα κατάφερε να γράψει και διηγήματα όπου δηλώνει την παρουσία του ο κόσμος του Ίντερνετ (ένα δείγμα, Το μήνυμα, ‒γραμμένο με καυστική ειρωνεία‒ που, συμπεριλαμβάνεται στον παρόντα τόμο). Πέρα απ’ όλα αυτά, υπερασπιζόταν με τόλμη τις προσωπικές του απόψεις και πάντα με εντυπωσίαζε ο ευθύς και ξεκάθαρος τρόπος με τον οποίο εξέφραζε τη γνώμη του για τα πνευματικά ή τα εκπαιδευτικά μας ζητήματα. Πάνω σ’ αυτό, συζητώντας κάποτε με τον Χριστιανόπουλο, τον άκουσα να μου τονίζει «Ο Χριστόφορος είναι λεβέντης!». Σπάνια κουβέντα από τα χείλη ενός παλιού συμφοιτητή του στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, εξαιρετικά φειδωλού σε επαίνους, με τον οποίο μάλιστα στο μεταξύ είχε έρθει κάποια στιγμή σε σοβαρή ρήξη.

Ξαναγυρνώ στον «Λευκό Άγγελο» για να πω ότι τον θεωρώ ‘’Ενύπνιο’’ σημαδιακό. Όλο αυτό το συντάραχο του οικείου φυσικού τοπίου της ιδιαίτερης πατρίδας του, οι χιμαιρικές αναστατώσεις και μετακινήσεις των προσώπων που προκαλούν και τις τρυφερά συγκινητικές αντιδράσεις του αφηγητή, συνθέτουν (υπό την σκιά μιας κρίσιμης ιατρικής εξέτασης) το προφητικό σκηνικό ενός αποχαιρετισμού. Για μένα, ίσως είναι ο μακρινός προάγγελος της οριστικής απουσίας, για την οποία φαινόταν, έστω ασύνειδα, να προετοιμάζεται και ο συγγραφέας. Απώλειας οδυνηρής για όσους τον αγάπησαν (ιδίως όσους είχε τιμήσει με τη φιλία του), που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2017, μέσα σ’ ένα δριμύ κύμα ψύχους που έπληξε και όλη τη Δυτική Ευρώπη (προκαλώντας τον θάνατο 61 ανθρώπων), ενώ στην Ελλάδα πήρε την ονομασία «φαινόμενο Αριάδνη». Ωστόσο εκείνος, που προφανώς κατείχε το νήμα της [5], διέσχισε μάλλον την κακοκαιρία με ασφάλεια, σίγουρος για την δικαιωμένη πορεία του μέσα στο χρόνο…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Κατά την γνώμη μου ο τίτλος επιδέχεται δύο πιθανές ερμηνείες: 1) Σύμφωνα με το λεξικό Μπαμπινιώτη, Απόθεμα (ή πληθυντ. Αποθέματα: οτιδήποτε φυλάσσεται για μελλοντική χρήση· και μτφρ.: ο βαθμός στον οποίο υπάρχει μια ψυχική ιδιότητα). Αν πάλι λάβουμε υπόψη την παύλα μετά την πρόθεση, ίσως εννοούνται τα κείμενα που γράφτηκαν με αφορμή ορισμένα θέματα.

2. Ελισάβετ Κοτζιά, «Εσωτερική μετανάστευση», Η Καθημερινή (13.7.2008).

3. Β. Χατζηβασιλείου, «Ύστατος χαιρετισμός», Το Βήμα, 2.7.2017.

4. Αλέξης Ζήρας, «Ένας αποχαιρετισμός στον Χριστόφορο Μηλιώνη», Η Αυγή (15.1.2017).

5. Δες το βιβλίο του Χ.Μ. Με το νήμα της Αριάδνης (Σοκόλης, 1991).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Στη φωτογραφία: Θεσσαλονίκη, 1998.Στο πατάρι της καφετέριας “Λούξεμπουργκ”: Χρ. Μηλιώνης, Κ. Μπαλάσκας, Ν. Μπακόλας, Γ. Παγανός, Τ.Καλούτσας.

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.