Λόγχες και θηκάρια
της Μαριάννας Παπουτσοπούλου
από τις μικρές Εκδόσεις

Υφαίνω λόγια όπως πλέκουν οι κυρίες κασκόλ για τις ανάποδες μέρες του χειμώνα. Θα έχω χρώματα και ζεστά χνούδια να μ’ ενοχλούν και να μου θυμίζουν με γαργαλητά πόσο τρελά σε αγάπησα χωμένη στα ψέματά σου μέχρι πνιγμού. Όμορφα αληθινά ψέματα που αναδύονταν, ανάγκη πάσα, από τα βάθη της δικής σου λαχτάρας και της δικής μου ανεμελιάς, αφού εμείς μόνο μέσα σε τούτα τα φανταστικά μας όρια ανασαίνουμε κι όλα τ’ άλλα τα λέμε κάπως να συμβαδίζουμε με τον κόσμο, με τον ρυθμό του, αν και ακόμη βρισκόμαστε πίσω από το τεζάκι ενός καπηλειού στην Αγία Πρωτεύουσα μαζί με τον πατέρα Μαρμελάντωφ περιμένοντας να φανεί και η μικρή Σόνιεσκα, ή σ’ ένα ξεχασμένο κι έρημο πια πεδίο παλιάς μάχης κοντά στη νεκρά θάλασσα, ή στη ρωγμή του τοίχου στο ξενοδοχείο Ιμαζιναίρ […]

Έτσι μας κατατοπίζει (με το απόσπασμα από το μικρό πεζό «Ιμαζιναίρ») η Μαριάννα Παπουτσοπούλου στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της για το περιεχόμενό του, αυτά τα εικοσιτέσσερα μικρά πεζά και εννιά διηγήματα. Γραμμένα από το 1999 μέχρι το 2016, που όπως λέει είναι:

«για τη ζωή, την ομορφιά, τα ζόρια, την αγάπη και τη χάρη».

Κι αν τα πεζά που γράφουμε πηγάζουν από τον μέσα κόσμο, αν περιγράφουν τις εικόνες, τα πρόσωπα, που προσεκτικά έχουν εκεί ακουμπήσει μέχρι να βρουν τον τρόπο να εκφραστούν με λέξεις, σκέφτομαι πόση δύναμη αίφνης αποκτούν, όταν περιβάλλονται αγαπητικά με την αίσθηση της θαλπωρής, όταν εξ αρχής σε αγκαλιάζουν παραμυθητικά. Μια υπέροχη αίσθηση σε κατακλύζει με το που ανοίγεις το βιβλίο.

Η Μαριάννα Παπουτσοπούλου, ποιήτρια και μεταφράστρια με πολλές σελίδες γραμμένες στο ενεργητικό της, σ’ αυτό το πρόσφατο βιβλίο της επιστρέφει στο πεζό κείμενο, είδος που το γνωρίζει καλά και το υπηρετεί θαυμάσια.

[…] Ο ξένος, τι ξένος, Μυτιληνιός, είχε έρθει στο χωριό πριν από δέκα χρόνια. Πήρε την κόρη του κυρ-Αργύρη και μετά σκοτώθηκε να τρέχει. Να φτιάξει την πλατεία, τον εξώστη, το πάρκιν. Τα μεροκάματά του για το χωριό έτρεχαν όσο και τ’ άλλα, της επιβίωσης. Όσο περισσότερο αγωνιζόταν να τον δεχτεί η μικρή κοινότητα, τόσο αυτή τον απωθούσε. Πάνω που κέρδιζε ένα φιλικό χαμόγελο κι ένα ουζάκι με παπαλίνα στο καφενείο, θέριευαν πάλι οι έχθρες και οι σιωπηλές φάτσες τον προσπερνούσαν δίχως καλημέρα. Αυτός, ξεροκέφαλος, ήθελε να πιστεύει πως ανήκει πια στο χωριό. Μερεμέτισε το παλιό ντάμι του κυρ Αργύρη κι έρχονταν τα καλοκαίρια με το που έκλειναν τα σχολειά με την κυρά του και τα δυο μικρά για τρεις μήνες. Άρχισε να καλλιεργεί και τον μπαχτσέ τους κοντά στο κοιμητήρι. Όποτε όμως έστελνε να φιλέψει τους γειτόνους, αυτοί μαζεύονταν σαν τα στρείδια της λίμνης τους, λες και τους δωροδοκούσε ο διάβολος. Ο Στέλιος άρχισε να κόβει τα πολλά πολλά, όμως, τι τα θες, ο χαρακτήρας του τον ξεπερνούσε, πληθωρικός και δουλευτής, τέλος τον ψήφισαν για πρόεδρο του πολιτιστικού συλλόγου. Εκεί πια τα έδωσε όλα, από ταμπέλα μέχρι σκουπιδιάρα, από μουσικό συγκρότημα για το πανηγύρι μέχρι τελευταία συνδρομή. Ως και τη δασκάλα έβαλε να του ζωγραφίσει το Πυργί σε δυο γιγάντιες πίνες και κρέμασε τις απλοϊκές ζωγραφιές πάνω από το γραφειάκι του προέδρου. Οι χωρικοί δεν ήταν βλάκες, ζώα ήταν. Την αξία του τη γνώριζαν, αγάπη όμως δεν είχαν […]
(από το διήγημα «Πυργιανή»)

Ο τρόπος που γράφει σε κερδίζει με τη μία. Μια ρέουσα γλώσσα, ύφος ενιαίο, που δεν ξεφεύγει καθόλου ακολουθώντας τις ανάγκες του κάθε κειμένου. Άριστη φιλόλογος, δεν αντιμετωπίζει τον λόγο με την ψυχρότητα του γνώστη της γλώσσας και της γραφής, αλλά περισσότερο με την επίγνωση ότι για να φτάσει ένα κείμενο στον φυσικό του αποδέκτη θα πρέπει να του μιλήσει κατ’ ευθείαν, χωρίς ψεύτικες κατασκευές. Αυτό φαίνεται περισσότερο στα μικρά πεζά, όπως τα ονομάζει. Πρόκειται για σκέψεις που αυθόρμητα καταθέτει, έτσι όπως παρατηρεί μέσα της και γύρω της (ας μην ξεχνάμε πως η παρατήρηση -εσωτερική και εξωτερική- είναι ένα από τα δυνατά όπλα που έχει ο καλός συγγραφέας) και απομονώνει αυτά που τη συγκινούν. Αυτά τα μικρά πεζά δημιουργούν, ωστόσο, την αίσθηση ότι αποτελούν ιστορίες μικρές κάποιων τρίτων, ξέρεις όμως πως είναι δικά της πράγματα με τον μανδύα της μυθοπλασίας. Και, ναι. Είναι τέχνη να μπορείς να δίνεις τον μέσα κόσμο με τέτοιο τρόπο που ο αναγνώστης να βλέπει τον εαυτό του σ’ αυτά που γράφεις.

Στην προμετωπίδα του βιβλίου τα λόγια του Stendahl:

«Τρέμω, κάθε φορά που νιώθω να έχω σημειώσει μιαν αλήθεια, μήπως σημείωσα απλώς έναν στεναγμό».

Όταν η αλήθεια σμίγει με τον στεναγμό της γραφής, τότε γράφεται κείμενο ψυχής, από αυτά που φεύγουν από τον δημιουργό τους και πορεύονται. Και όπου συναντήσουν φιλόξενο τον Άλλον, στέκονται και του μιλούν.

Έπειτα μπήκαμε στην κρεβατοκάμαρά σου και τράβηξες το κουτί με τις ξιφολόγχες κάτω από το κρεβάτι, δεκαπέντε νομίζω ήταν, και φοβερές, όλες μου τις έδειξες! Εγώ δεν ξέρω από όπλα, αλλά καταλαβαίνω από αντικείμενα και από σένα, την ανάγκη σου να έχεις τη φοβερή συλλογή… Ό,τι αληθινό εμφιλοχωρεί πάντα σε μια συνάντηση. Κείμενο με κείμενο, μάτια με άλλα μάτια, χέρια με χέρια, σώματα. Λόγχες και θηκάρια. Σε ρώτησα σε ποιο όπλο υπηρέτησες στον στρατό, είπες: στους πεζοναύτες. Αντρική ζωή, σκέφτηκα, μια αντρική ζωή που τσάκισε η ατυχία. ‘Ένας άντρας σαν βουνοκορφή, ψηλέας, ατέλειωτος, κι έπειτα η άτιμη στροφή. Εγώ είμαι θηκάρι, σου είπα, όταν με πρωτογνώρισες όμως, έλεγα πως είμαι σπαθί, και τα δυο ισχύουν. Θηκάρια είμαστε όλοι που αγαπάμε, φίλες, φίλοι, μανάδες, πατεράδες, σύντροφοι της μιας ή των πολλών ημερών, χάρη σ’ αυτούς δεν είσαι κάθε μέρα στον πόλεμο. Σπαθί όμως ξηγιούνται λίγες καρδιές, ελάχιστες. […]
(από το μικρό πεζό «Ένα κουτί με ξιφολόγχες»)

Η Μαριάννα Παπουτσοπούλου αγαπάει τη ζωή, την υμνεί σε κάθε περίσταση, όμως δεν πρόκειται για μια ρομαντική σχέση μαζί της. Την αγαπάει, γιατί έμαθε μέσα από τα ζόρια της ζωής, από τα αιφνίδια γυρίσματά της, πως μόνο έτσι παλεύεται ετούτη εδώ. Στο αποκαλυπτικό θαυμάσιο μικρό πεζό «Οι φίλοι» θα επιλέξει και τους συνοδοιπόρους της στον καθημερινό αγώνα:

Έχω κάποιους φίλους ρημαγμένους από τις μέρες και της νύχτες της ελευθερίας τους, που πλέρια τηνε ’ζήσαν κι άτσαλα, σαν κάθε ελευθερία, κι ωστόσο υπερήφανους σαν κορυφογραμμές βουνών με χιόνι, εκεί να στέκουν και να λάμπουν σαν τ’ αστέρια μες τη θερινή βραδιά… Έχω μιαν αγάπη βαθύτερη από χαραδροσειρά, σπαρμένη στίχους κι ομορφιά, βαλμένη ανάμεσα σε πάθη του κορμιού και των προσώπων ώριμες αναμονές κρυφών πόθων. […]

Αυτά τα πεζά κείμενα τα διαβάζεις και ανιχνεύεις πίσω από τις λέξεις τους τα ίχνη του ποιητικού λόγου. Ίσως και να μη γίνεται διαφορετικά. Ο ποιητής πάντα θα μιλά με στιχουργία ό,τι κι αν γράφει. Ο υπαινιγμός και η μεταφορικότητα τα εμπλουτίζουν με μια εσωτερικότητα. Παράλληλα έχουν ένα ρυθμό που συχνά θαρρείς πως τραγουδιέται. Ωστόσο, πιστεύω ότι η Μαριάννα Παπουτσοπούλου επιθυμεί να είναι πεζογράφος. Να ξεφεύγει όποτε μπορεί με τους στίχους, αλλά να αποθηκεύει ώριμο ποιητικό λόγο με μανδύα πεζού, σ’ αυτό που αγαπά πιο πολύ. Όπως εδώ σ’ αυτό το μικρό πεζό:

Γεννήθηκα στα νερά της Αντίμηλος, βαφτίστηκα στα γκρεμνά της Σαντορίνης, με τρώνε οι άνεμοι των Σαργασών, μετρώ κομπολόγια τα γιούσουρα των κρυφών λογισμών…
Όταν η ασχήμια του κόσμου έγινε ποιητικό αντικείμενο, μπήκαμε στο πιο βαθύ σκότος, το βάφτισες μοντέρνο… εκεί χάθηκε το μέτρο, έγραφες πεζό και νόμιζες ποίηση, το κοράκι έσκουξε άλλη μια “νέβερ μορ”.
(«Ποίηση»)

Θέλω να μείνω σε ένα από τα διηγήματα της συλλογής, ίσως όχι γιατί είναι το καλύτερο (ως προς αυτό δύσκολα αποφασίζεις) αλλά γιατί πιστεύω ότι εμπεριέχει τη Μαριάννα Παπουτσοπούλου πιο πολύ από τα άλλα, τουλάχιστον όπως εγώ τη νιώθω μέσα από τα γραψίματά της. Μου άρεσε πολύ και η συνοδευτική υπενθύμιση του «σκοτεινού» φιλοσόφου (παρεμπιπτόντως από τους πλέον σαφείς στη σκέψη) με εκείνο το ελάχιστο fragmentum που τα λέει όλα:

αἰών παῖς ἐστι παίζων πεσσεύων
(Ηράκλειτος)

Πρόκειται για το τελευταίο διήγημα της συλλογής με τον τίτλο «Οδός Ιπποτών αρ. δυσανάγνωστος».

Αν ένας άδειος δρόμος ανηφορίζει τόσο δύσκολα ανάμεσα σε κλειστά πορτοπαράθυρα. Αν η σκιά ενός νεαρού πρίγκηπα με ακολουθεί. Αν είμαι εδώ εν ζωή σ’ αυτό το σκληρό καλντερίμι. Αν δεν ονειρεύομαι… Τότε είναι τέσσερις ακριβώς μετά μεσημβρίαν στην οδό Ιπποτών και δεν φαίνεται ψυχή, εξόν η δική μου και χιλιάδες ψυχές της πανούκλας, των πογκρόμ, των φονικών στις σκοτεινές γωνιές της μεγάλης πολιορκίας. [….] Εάν ο Θεός δεν φέρει εδώ στην έρημη οδό Ιπποτών έναν άνθρωπο, τι νόημα έχει να μιλάς για το ρόδο; Εάν το ρόδο ανοίγει δειλά σε κάθε παιδικό χαμόγελο, γιατί να μην ανοίξει διάπλατο μπροστά στην παιδικότητα των γερόντων που την διατήρησαν γλυκά ποτίζοντας το μοσχοβόλημά της; […] Θα μπορούσα να κατοικώ στην οδό Ιπποτών, αριθμός 13. Να ονομάζομαι Συμεών, να είμαι ιδιωτικός υπάλληλος, να αγαπώ τον Schubert. Όλα μισοτελειωμένα τ’ αφήνει ο άνθρωπος, ας είναι τουλάχιστον καλά.

Τα τοπία της μνήμης μπερδεύονται μεταξύ τους και συναποτελούν μια εξαιρετική τοιχογραφία. Η περιπλάνηση στο σήμερα φέρνει μέσα στο μυαλό συνδέσεις με το παρελθόν, όχι μόνο το προσωπικό αλλά και αυτό της συλλογικής ιστορικής μνήμης. Και συνδετικός ιστός πάντα ο άνθρωπος, με τις επιλογές του, τις αδυναμίες του. Και πάνω και πέρα απ’ όλα αυτά η συγγραφική κατάθεση, να συναρμολογεί, να χαϊδεύει, να αγαπά. Με την πλήρη συνειδητοποίηση ότι όλα μα όλα ένα παιχνίδι είναι, σαν να παίζει τους πεσσούς ο χρόνος με τη δική του λογική, τη δική του (ακατανόητη) δυναμική, σαν παιδί. Γιατί, ποιος ποτέ μπορεί να εννοήσει τι κρύβει μέσα του ένα παιδί; Αυτήν την ανερμήνευτη παιδικότητα έχει και ο λόγος εδώ. Και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για να αγαπηθεί η γραφή της Μαριάννας.

Στο εξώφυλλο μια φωτογραφία του Σταμάτη Πάρχα, η απλή, λιτή ομορφιά της φυσικής λεπτομέρειας. Σε απόλυτη συμφωνία με τον λόγο που απλώνεται στις σελίδες.


Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.