ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥΣ

Στέλλα Γεωργιάδου, Αμφίβια εγώ, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015.

Η Στέλλα Γεωργιάδου είναι συνεπής ως προς τους τίτλους των συλλογών της. Μάσκα οξυγόνου ονόμασε την πρώτη της συλλογή. Αμφίβια εγώ την δεύτερη. Στο πρώτο στάδιο φορώ μάσκα οξυγόνου, μας λέει η ποιήτρια, στο δεύτερο γίνομαι αμφίβια.

Και λοιπόν; Και ποιος ποιητής δεν είναι; Ανάμεσα στην φθορά και στην αφθαρσία, το σύννεφο στο κεφάλι και το τσιμέντο στα πόδια;

Στην πρώτη της συλλογή η Στέλλα Γεωργιάδου πραγματεύεται τα αιώνια θέματα, την ζωή, τον έρωτα, τον θάνατο, φορώντας την μάσκα οξυγόνου της. Αναπνέει και γράφει. Ο λόγος στην πρώτη συλλογή είναι ασυγκράτητος, χειμαρρώδης, πλημμυρίζει τις σελίδες, η γραφή την πνίγει και χρειάζεται χώρο, βγαίνει από μέσα της μία σοφία και ένα πάθος, μία απογοήτευση, μία πίκρα, το αίμα της πληγής.

Στη δεύτερη συλλογή η ποιήτρια έχει αποδεχτεί την διττή της φύση. Σχεδόν δεν χρειάζεται πια την μάσκα της, αφού έχει μάθει να αναπνέει ποιητικά. Μέσα στον θώρακά της έχουν σχηματιστεί τα βράγχια και είναι καταδικασμένη αλλά και προορισμένη να περνά την μισή της ζωή ως άνθρωπος και την άλλη μισή να βουτάει στα ερεβώδη νερά της ποίησης. Στην δεύτερη συλλογή λοιπόν η ποιήτρια γίνεται πιο σοφή. Μιλάει πιο καίρια, πιο περιεκτικά, πιο αφαιρετικά. Χωρίς πολυλογίες και φλυαρίες. Βρίσκεται μέσα στην πληγή και κολυμπάει επιδέξια.

«Σφάξε την μία ομορφιά να πιει το αίμα η άλλη», γράφει ο Νίκος Καρούζος. Γιατί κάθε ποιητής κολυμπάει ανάμεσα στην ρευστότητα της έμπνευσης και την συμπαγή αίσθηση της πραγματικότητας. Η Στέλλα Γεωργιάδου είναι αρχιτέκτονας. Έχει μάθει να δομεί την πραγματικότητα και να την μεταπλάθει, να χρησιμοποιεί την φαντασία της δημιουργικά, έχει διδαχτεί την χαρά και την μαγεία των χρωμάτων, την ανατροπή αλλά και τα θεμέλια. Όμως η ποίηση την κατακλύζει και την παρασύρει, την μεταφέρει βαθιά στο κέντρο της ύπαρξης. Έτσι όντας αμφίβια, συνθέτει τους δύο κόσμους σε ένα εγώ. Και χρησιμοποιεί την αρχιτεκτονική για να επιλέξει το υλικό της γραφής της, για να το ταξινομήσει, να το φανταστεί και να το χτίσει.

Η Στέλλα Γεωργιάδου ανήκει στην κατηγορία των ποιητών που γράφει με την ψυχή της. Αυτό είναι το υλικό της και το μεταχειρίζεται επιδέξια, χωρίς να προσθέτει ούτε πολύ νερό ώστε να γίνει πλαδαρό, ούτε όμως και πολύ χώμα ώστε να γίνει σκληρό και άκαμπτο. Μας ξεκαθαρίζει λοιπόν ότι στην συλλογή αυτή έχουν χωρέσει ευθύς εξαρχής Εικοσιένα μόλις γραμμάρια αιθέριας ύλης, δηλαδή όλη της η ψυχή.

Θέμα της συλλογής αυτής είναι η ανθρώπινη μοίρα, η περιπέτεια της ζωής. Η ποίησή της ξεφεύγει από τους χαρακτηρισμούς «κοινωνική» ή «πολιτική» και ξεχύνεται ορμητική απέξω. Γιατί η κρίση θεσμών, σκέψεων, αισθημάτων και ιδεών αναλύεται και παρουσιάζεται εκτενώς, η στάση των διανοούμενων, η στάση του απλού πολίτη επεξεργάζονται και αναλύονται διεξοδικά, χωρίς ποτέ όμως να γίνει μία δημοσιογραφική αναφορά, ή έστω ένα πολιτικό σχόλιο. Και πάντα με έναν εντελώς αμιγή ποιητικά τρόπο. Αυτό ακριβώς δίνει έναν διαχρονικό και πανανθρώπινο χαρακτήρα στα ποιήματά της.

οι άνθρωποι, γράφει η ποιήτρια, αναμασούν το ευ/μίας ιδανικής ανύπαρκτης πραγματικότητας/Άλλοι πάλι/ μουσκεύουν την θλίψη τους σε τέλμα απραξίας/ Ζοφερό το μέλλον κραυγάζει/στα συντρίμμια της συνείδησης/ελέω κινδύνων

Και πιο κάτω:

Και ω διανοούμενοι/αραγμένοι στις επίγειες πολυθρόνες σας/θέα Ακρόπολη/θέα Ακροναυπλία/θέα ο Κιθαιρώνας και το Αιγαίο/και αναλύσεις/αναλύσεις μυριάδων megabytes

Χρησιμοποιώντας συχνά το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο η Στέλλα Γεωργιάδου περιγράφει την πρωτογενή αθωότητα, την ανάγκη των ψευδαισθήσεων, την αγωνιώδη αναζήτηση του έρωτα, της ταύτισης και την επερχόμενη απογοήτευση, την ψεύτικη σαγήνη των συναναστροφών, την υποκρισία, τις συμβάσεις που εκχυδαΐζουν και περιορίζουν την ζωή μας.

Η διττή της φύση, αρχιτέκτονας και ποιήτρια μαζί, ακονίζει και διευρύνει το βλέμμα της και την κάνει να περικλείει το περιβάλλον μέσα στα ποιήματά της, ένα περιβάλλον όμως ναι μεν αρχιτεκτονικά δομημένο, παραποιημένο όμως και διαθλασμένο μέσα από την ποιητική της ματιά.

Έτσι λοιπόν τα κτίρια όλα γέρνουν και είναι έτοιμα να καταρρεύσουν, οι επιγραφές φύονται ξαφνικά στην έρημο, υπάρχουν «εκπομπές ρύπων χτύπων», οι ανεμιστήρες χαλούν, τα δέντρα καίγονται, τα νερά είναι θολά, «τα υδραυλικά στάζουν εμμονές», «πίσσα και τσιμέντο αυλακώνουν την ομορφιά» ενώ τα «Σπίτια άνω κάτω και πλαγίως /εξαπλώνονται άτακτα/καρκινικά κύτταρα σε ακανόνιστο πολλαπλασιασμό».

Επίσης ως αρχιτέκτονας έχει ανάγκη τα χρώματα. Περιγράφει την κόλαση ως ένα μέρος που θα απουσιάζουν τα χρώματα

«θα απουσιάζουν το πράσινο, το κυανό, η πορφύρα/και όλα τα μενεξεδιά του σούρουπου/Μόνο μουντά γκρίζα και χλωμά μπεζ στις όψεις των σπιτιών και των ανθρώπων».

Και αλλού:

Τι σας ενόχλησαν κύριε/οι διάφανες μελαγχολίες μου;/ Στο κάτω κάτω με το μαβί τους χρώμα/και το ελαφρύ τους ανέμισμα/αντιφέγγιζαν τις αυταπάτες/της πολύχρωμης θέας σας

Έτσι λοιπόν η Στέλλα Γεωργιάδου είναι αμφίβια ποιήτρια, γιατί όπως είπαμε μπορεί και αναπνέει τόσο μέσα στο αιθέριο σώμα της ποίησης, όσο και μέσα στο τσιμεντένιο υπόστρωμα της πεζής καθημερινότητας, την οποία περιγράφει άψογα μέσα στα ποιήματά της, αφού με ακρίβεια ανατέμνει όλα τα κατά συνθήκη ψέματά της. Τόσο μέσα στα χρώματα τα τρίγωνα και τα πολύγωνα της αρχιτεκτονικής και στην μαγεία των αριθμών, όσο και μέσα στις λαβυρινθώδεις καμπύλες της ποίησης η Στέλλα Γεωργιάδου επιπλέει με ένα ξεχωριστό, δικό της τρόπο. Με χάρακα, με διαβήτη, με μοιρογνωμόνιο, με ακρίβεια και μεθοδικότητα. Γράφει:

Κάπως έτσι/επιπλέω στην αθωότητα των αριθμών/ Με θέλγουν οι άρρητοι/Παρουσιάζουν μια σαφήνεια/ολωσδιόλου απροσδιόριστη/αφόρητα εσωτερική.

Όμως η ποιήτρια είναι αμφίβια και για έναν ακόμα λόγο.

Μέσα στην συλλογή αυτή ελλοχεύουν δύο ηλικίες και η Στέλλα Γεωργιάδου έχει εκπαιδευτεί να αναπνέει και στους δύο αυτούς κόσμους. Άλλοτε η ποιήτρια γράφει με την αθωότητα αλλά και την αυστηρότητα ενός παιδιού εφήβου, και άλλοτε με την συμπυκνωμένη συλλογική σοφία μίας ώριμης γυναίκας.

Το παιδί λοιπόν βουτάει το δάχτυλο στο μέλι, ονειρεύεται, ελπίζει ανέλπιδα, χάνεται με ένα ποδήλατο στο βουνό.

Χάθηκε παιδί/ με mountain bike/γαλάζιο αδιάβροχο/και κόκκινο καπέλο

Και γράφει αλλού η ποιήτρια:

Γιατί όταν εγώ αγαπώ/απροστάτευτο βρέφος γεννιέμαι/ξανά και ξανά, και πιο κάτω:

Μικρό κορίτσι-έλεγε-ποτέ γυναίκα/με πείσμα αγκιστρωμένο/στο πρόσταγμα των πρώιμων ελπίδων/…/Μικρό κορίτσι λέει ακόμα/και κλαίνε τα ματόφυλλα

Ένα παιδί που κρυώνει και φοβάται
Στο εντός πολικό μου ψύχος/τα χείλη μου/με τρομάζουν

Και η έμπειρη σοφή γυναίκα αντιλέγει
«(Μία σύσπαση της μήτρας/δεν είναι ικανή/να εξαλείψει την οσμή της παρακμής)»

Η έμπειρη σοφή γυναίκα έχει σταχυολογήσει και χωρέσει σε στίχους το απαύγασμα της σοφίας της. Έτσι διαβάζουμε ότι:

Καμιά φορά οι λέξεις/ των πεπραγμένων/γίνονται το φορείο ή το φέρετρο
Όμως γνωρίζεις πια/ό,τι μακραίνει στο χρόνο/μικραίνει σε απώλεια
Το τέλος είναι ύπουλο/Μόνο η αρχή κορδώνεται/μες την αφέλειά της

Θα ήταν άδικο όμως να παρουσιάσουμε αυτή τη συλλογή χωρίς να αναφέρουμε το γαστριμαργικό της κομμάτι. Πραγματικά υπάρχουν πάρα πολλές αναφορές στην γεύση και ενίοτε η ποιήτρια μας εφοδιάζει και με πολλές και χρήσιμες συνταγές μαγειρικής όπως πώς να τσιγαρίσουμε μία καρδιά στο λάδι. Έτσι έχουμε αναφορές όπως:

Ένα τεράστιο κρεμμύδι,/ αυθεντικός στην γεύση/ με αψάδα και οξύτητα στο βλέμμα/, και πόσο να γλυκαίνει/στο λάδι τσιτσιρίζοντας/Στο λάδι το δικό της/

Πρώτη στρώση ροδέλες από τύψεις/καλοτηγανισμένες/κατόπιν το κύριο ράπισμα/κομματιασμένη σάρκα/σοτε με κρεμμυδάκι/φέτες πικρής μοναξιάς/ρημαγμένα όνειρα με πρέζα μελαγχολίας/πασπαλίζουμε νιφάδες συναισθήματος/σιγοψήνουμε με υπομονή/ως να ροδίσει ο πόνος

Μία πολύ ώριμη σκληρή ποιητική συλλογή για γενναίους λύτες. Ένα ξεφλούδισμα συναισθημάτων και ψευδαισθήσεων που αφήνει έναν πυρήνα σοφίας και βαθιάς γνώσης. Ένα καλειδοσκόπιο σχημάτων, χρωμάτων και πρωτότυπων εικόνων. Συνιστούμε να διαβαστεί με μάσκα οξυγόνου στο πρόσωπο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]